1. Mind the art
  2. Βιβλίο

Ζεράρ ντε Νερβάλ «Αυρηλία» & Η λιμνοθάλασσα της Γεωργικής Σχολής και άλλες αφηγήσεις

Επιμέλεια στήλης: Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος


Ζεράρ ντε Νερβάλ «Αυρηλία»


Ο Ζεράρ ντε Νερβάλ είχε για κατοικίδιό του έναν αστακό. Και όπως κάνουμε όλοι μας με τους τετράποδους φίλους μας, του είχε δώσει και όνομα. Τον έλεγε Τιμπό. Επίσης τον έβγαζε περίπατο στους κήπους του Παρισιού. Φυσιολογικά αυτό θα ήταν επαρκές τεκμήριο για να θεωρήσουμε πως ο Νερβάλ είχε κάποια σοβαρά προβλήματα – αν όχι πως ήταν για δέσιμο. Και όμως ο γάλλος συγγραφέας αποτέλεσε έμπνευση για τους συμβολιστές και τους υπερρεαλιστές, άφησε ένα σημαντικό έργο πίσω του, ενώ κατέγραψε με εξαιρετικό τρόπο την καταβύθισή του στην τρέλα, στη νουβέλα Αυρηλία.


Η Αυρηλία, είναι ένα πολύπλοκο αφήγημα. Αφενός είναι ένα προσωπικό βιβλίο στο οποίο εκτίθεται η διαλυμένη ψυχή του Νερβάλ. Η γυναίκα που αγάπησε πέθανε και το ήδη ταλαιπωρημένο πνεύμα του Νερβάλ δέχεται έτσι το τελειωτικό χτύπημα. Η Αυρηλία είναι η προσπάθεια του να καταγράψει τα «όνειρα» που έβλεπε σε όλη την περίοδο της τρέλας του. Αφετέρου είναι ένα ερμητικό, ένα μυστικό κείμενο. Η νερβαλική τρέλα είναι μια μορφή γνωσιοθεωρίας. Καβαλιστικά και μυστικά σύμβολα, ανατολίτικες και αιγυπτιακές μορφές παρελαύνουν στις σελίδες της Αυρηλίας, μικρά κλειδιά που θα ανοίξουν τις θύρες μιας νέας απόλυτης Γνώσης. Η τρέλα του Νερβάλ είναι οικουμενική. Δεν τον αποκλείει από τον κόσμο, αλλά το αντίθετο, είναι η συνθήκη κατανόησής του. Και στο κέντρο του διηγήματος η Αυρηλία, ένα αλχημικό σύμβολο (εκ του λατινικού aureus, που σημαίνει χρυσός), όλες οι γυναίκες και όλες οι θεότητες συμπυκνωμένες σε ένα πρόσωπο. Μια παρουσία που είναι το αίτιο και το αποτέλεσμα της τρέλας.


Ο Νερβάλ σίγουρα ήταν ένας βασανισμένος άνθρωπος. Παραισθήσεις και οράματα είχαν παρεισφρήσει στην καθημερινότητά του. Με τη σύγχρονη επιστήμη θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε πως ο Νερβάλ ήταν σχιζοφρενής. Αλλά ο Νερβάλ ποτέ δεν αμφισβήτησε αυτήν την τρέλα, στο μόνο που φαίνεται να υπάρχει μέχρι και τις τελευταίες σελίδες μια σχετική αμφιβολία, είναι αν αυτή η τρέλα αποτελεί μια ανώτερη μορφή γνώσης.


Η Αυρηλία είναι χωρισμένη σε τρία μέρη. Στο πρώτο τα όνειρα του Νερβάλ φανερώνουν μια έντονη και καλυμμένη σεξουαλική ορμή, η οποία προφανώς μιαίνει τον υποτιθέμενο αγνό έρωτά του για την Αυρηλία – ο Νερβάλ επιστρέφει πίσω στον κόσμο εξαιτίας της ηδονής. Στο δεύτερο κυριαρχεί η ενοχή, επειδή αγάπησε άλλη γυναίκα – η Αυρηλία σαν γιγάντιος σημειολογικός πλανήτης ασκεί βαρύτητα στο ανάλαφρο σώμα του Νερβάλ και τον ξαναφέρνει πίσω στον πραγματικό κόσμο. Στο τρίτο κομμάτι, τα βάσανά του τελειώνουν και φτάνει στην αλήθεια – η Αυρηλία γίνεται το «μέσο» με το οποίο βλέπει πια τον κόσμο, φέρνει πίσω στον πραγματικό κόσμο τον Νερβάλ μαζί με ολόκληρο τον Άδη. Η Αλήθεια διαχέεται παντού. Ο Νερβάλ είναι ο Αντι – Ορφέας. Το ταξίδι του στον Άδη δεν ήταν για να σώσει την Αυρηλία, το φως της γης δεν είναι γι’ αυτόν ο καταλύτης της γνώσης. Αντιθέτως το ταξίδι του στον άλλον κόσμο είναι ένα ταξίδι γνώσης και η Αυρηλία είναι όλα αυτά που τον καλούν πίσω στην ψευδαίσθηση.


ΗλίαςΜπιστολάς 





«Αύριο όμως δεν θα τα θυμάται πια κανένας»




Κάρολος Τσίζεκ, Η λιμνοθάλασσα της Γεωργικής Σχολής και άλλες αφηγήσεις, εκδόσεις Κίχλη, Αθήνα, Απρίλιος 2013


Την περίοδο των πασχαλινών εορτών κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις της Κίχλης σε ένα μικρό κομψό τόμο έξι αφηγήματα του Κάρολου Τσίζεκ. Ο Κάρολος Τσίζεκ γεννήθηκε το 1922 στην Ιταλία από Τσέχους γονείς, οι οποίοι εν συνεχεία εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη. Πνευματικός δημιουργός με πολύπλευρο έργο (εικαστικά, ποίηση, μεταφράσεις) είχε αναλάβει μεταξύ άλλων την καλλιτεχνική και τυπογραφική επιμέλεια τόσο του περίφημου λογοτεχνικού περιοδικού της Διαγωνίου όσο και των ομώνυμων εκδόσεων.


Στις διηγήσεις του Τσίζεκ κυριαρχούν δύο τόποι: η Θεσσαλονίκη και η Τσεχία. Από τη μία η πόλη όπου ο αφηγητής μεγάλωσε και από την άλλη η χώρα της καταγωγής του. Αρχικά, μας περιγράφει με παραστατικότητα τα παιδικά του χρόνια στη Θεσσαλονίκη του μεσοπολέμου με τις σφύζουσες από ζωή εθνότητες της. Η κατοχή, ο εμφύλιος αλλά και η μετέπειτα ανοικοδόμηση θα αλλάξουν άρδην τόσο την πληθυσμιακή σύσταση της πόλης όσο και τη μορφή της. Η λιμνοθάλασσα της Γεωργικής Σχολής γίνεται στα γραπτά του το σύμβολο αυτής της μετάλλαξης: εκεί που κάποτε τσαλαβουτούσε στα νερά της κυνηγώντας μαζί με τον πατέρα του κυρίως αποδημητικά πουλιά, εδώ και δεκαετίες δεν υφίσταται το παραμικρό. Η περιοχή αποξηράνθηκε και ελάχιστοι πλέον γνωρίζουν ακόμη και την αλλοτινή ύπαρξη της λιμνοθάλασσας. Το ίδιο συνέβη και σε ολόκληρη την πόλη: πληθυσμοί, συνήθειες και τοπόσημα εξαφανίστηκαν. Καλύφθηκαν από ένα πέπλο άγνοιας.


Έπειτα είναι οι ρίζες: ο πόθος της μετεγκατάστασης στην Τσεχία, οι επισκέψεις κατά το μεσοπόλεμο του Τσέχου ζυθοποιού και οικογενειακού φίλου Τσάις στη Θεσσαλονίκη, η εργασία του στο τσεχοσλοβακικό περίπτερο στη Διεθνή Έκθεση της Θεσσαλονίκης και εν τέλει η αναγνώριση και η βράβευση του στην Πράγα για τις μεταφράσεις των έργων Τσέχων λογοτεχνών στα ελληνικά. Τα κείμενα του Τσίζεκ βρίθουν από αναφορές στην ιστορία, τη γλώσσα, τη γαστριμαργία καθώς και στον πολιτισμό (λογοτεχνία, κινηματογράφο) του κεντροευρωπαϊκού κράτους από το όποιο ο ίδιος έλκει την καταγωγή. Ο ψυχρός όμως πόλεμος με το συνακόλουθο χωρισμό του κόσμου σε δύο αντίπαλα πολιτικά στρατόπεδα (η Τσεχοσλοβακία θα ενταχθεί στο σύμφωνο της Βαρσοβίας, ενώ η Ελλάδα στη βορειοατλαντική συμμαχία) θα ενσπείρει για μεγάλο διάστημα την επιφύλαξη και την καχυποψία σε αρκετούς Τσεχοσλοβάκους ομοεθνείς του με τους οποίους θα επιχειρήσει ανεπιτυχώς να συνδεθεί φιλικά. Παράλληλα θα σημάνει τη ματαίωση του ονείρου της μετάβασης και οριστικής διαμονής του στη χώρα της καταγωγής του. Ο συγγραφέας περιγράφει αναλυτικά πώς βίωσε αυτό το τραύμα, το οποίο και ονομάζει προσφυώς «ματαιωμένο συμπατριωτισμό».


Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι και η τεχνική που ακολουθείται στην ανάπτυξη της αφήγησης. Το εκάστοτε βασικό θέμα (η λιμνοθάλασσα, ο Τσάις, το στήσιμο του τσεχοσλοβακικού περιπτέρου στη ΔΕΘ) αποτελεί την αφορμή για να ανασυρθούν μια σειρά από αναμνήσεις και εγκυκλοπαιδικές γνώσεις δίχως ιδιαίτερη σύνδεση μεταξύ τους. Όπως και ο ίδιος εξάλλου κάπου μας εκμυστηρεύεται: Πηγαινοέρχομαι όμως υπερβολικά με τη μνήμη μέσα στο χρόνο και πρέπει να ξαναπιάσω τα πράγματα με τη σειρά τους (σελ.24). Η ροή της αφήγησης επομένως διατηρεί τη ζωντάνια αλλά και τη χαλαρή δομή του προφορικού λόγου.


Πάντως ο χείμαρρος των ενθυμήσεων και των πληροφοριών που κατακλύζουν τα πεζά του συγγραφέα μαρτυρούν και την αγωνία του να περισώσει όσα περισσότερα μπορεί από την αδυσώπητη λήθη. Ο κόσμος του όπου να 'ναι χάνεται και το γνωρίζει. Γι' αυτό τον καταγράφει. Αναφέρει χαρακτηριστικά: Όπως και να έχουν τα πράγματα, πέρασαν στο μεταξύ τόσα χρόνια, οι μνήμες άρχισαν να ξεθωριάζουν, τα νερά της λήθης πλημμύρισαν το τοπίο (σελ.155). Και αλλού παρατηρεί: Αύριο όμως δεν θατα θυμάται πια κανένας και θα είναι σα να μην υπήρξαν ποτέ. Κι όμως υπήρξαν. (σελ.72).


Η έκδοση της Κίχλης είναι ιδιαίτερα επιμελημένη, με σχέδια στο εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο του ίδιου του Τσίζεκ (τα οποία έχουν ληφθεί από ένα έργο του της δεκαετίας του '50 υπό τον τίτλο: Οκτώ σχέδια πουλιών). Επίσης άκρως διαφωτιστικές είναι οι επεξηγηματικές υποσημειώσεις σε κάθε αφήγηση καθώς και το επίμετρο του Αλέξη Ζήρα.

Γιάννης Φλυτζάνης