1. Cinema
  2. Special screening

Burning | Μία ταινία που «καίει» το μυαλό μας, και είναι σίγουρο πως θα αφήσει πίσω της εγκαύματα.

Του Γιώργου Δήμογλου


Ο σκηνοθέτης και συν-σεναριογράφος του «Burning», Lee Chang-dong, έχει καταδείξει στο παρελθόν το αφηγηματικό του ταλέντο, όπως και την ικανότητά του να μεταφέρει με επιτυχία τις ιστορίες του στη μεγάλη οθόνη. Μέσα από ταινίες λιγότερο γνωστές στη δύση, όπως το «Secret Sunshine» (2007) και το «Poetry» (2010), εξερεύνησε κυρίως τα είδη του δράματος και της τραγωδίας. Θέματα όπως ο θρήνος, η αμφισβήτηση της πίστης και η ψυχική ασθένεια βρίσκονται στο προσκήνιο. Με το «Burning», την πρώτη ταινία που υπογράφει ως σκηνοθέτης εδώ και οκτώ χρόνια, απομακρύνεται όσο ποτέ άλλοτε από το καθαρό δράμα και κατασκευάζει με μαεστρία ένα ψυχολογικό θρίλερ, το οποίο κρύβει καλά την ταυτότητά του. Παρότι κανείς θα πίστευε πως βρίσκεται έξω από τα νερά του, ο Chang-Dong κατάφερε να δημιουργήσει μία ταινία, η οποία ήδη ξεχωρίζει ανάμεσα στις κορυφαίες της αξιοπρόσεκτης φιλμογραφίας του.


Το «Burning» είναι ελαφρώς βασισμένο σε μία μικρού μήκους ιστορία του φημισμένου συγγραφέα Haruki Murakami, με τίτλο «Φλεγόμενος Αχυρώνας». Η ιστορία ανήκει στη συλλογή διηγημάτων του «Ο Ελέφαντας Εξαφανίζεται», η οποία πρωτοκυκλοφόρησε το 1993. Μπορεί η βασική γραμμή πλοκής του διηγήματος να αποτελεί θεμέλιο για την αφήγηση της ταινίας, ωστόσο οι σεναριογράφοι Οh Jung-mi και Chang-Dong δανείζονται αφηγηματικά και θεματικά στοιχεία και από άλλα κείμενα του Murakami. Με αυτόν τον τρόπο εξερευνούν σε βάθος ζητήματα του συνολικού του έργου, όπως η αποξένωση, η ζοφερότητα της μοναξιάς και ο υποκειμενικός χαρακτήρας της πραγματικότητας, με το σύννεφο του υπερρεαλισμού να βρίσκεται πάντοτε από πάνω τους. Κατ' αυτή την έννοια, η ταινία συνιστά περισσότερο διασκευή του συγγραφικού χαρακτήρα του Murakami, και λιγότερο μίας ξεχωριστής ιστορίας του.



Πρώτη μας εικόνα είναι οι γεμάτοι δρόμοι της Paju, μίας πόλης που ακροβατεί ανάμεσα στον επαρχιακό και αστικό της χαρακτήρα. Ακολουθούμε τον νεαρό Lee Jong-su (ερμηνεύει ο Yoo Ah-in), όταν συναντά κατά τύχη μία παλιά του συμμαθήτρια, την Shin Hae-mi (Jeon Jong-seo). Στην αρχή δεν την αναγνωρίζει, αλλά εκείνη τον θυμάται. Είχαν μεγαλώσει μαζί, αλλά διέκοψαν τις σχέσεις τους πριν χρόνια, όταν ο Jong-su την απέρριψε ως «άσχημη». Εδώ κείται το πρώτο στοιχείο που μας προσφέρει η ταινία για τον χαρακτήρα του Jong-su: είναι ένας άνθρωπος κλεισμένος μέσα στο κεφάλι του, ο οποίος αντιδρά μουδιασμένα προς τα εκάστοτε ερεθίσματα από το εξωτερικό περιβάλλον. Τυπικό χαρακτηριστικό, σκεφτόμαστε, για ένα άτομο που φιλοδοξεί να γίνει συγγραφέας. Ο Jong-su φαίνεται να τρέφει ιδιαίτερη αγάπη για την τέχνη της συγγραφής, όμως δεν γνωρίζει ακόμη ποια είναι η ιστορία που θέλει να αφηγηθεί, με αποτέλεσμα οι σελίδες του να παραμένουν κενές.


Αποφασίζει να βγει με τη Hae-mi το ίδιο βράδυ της ανανεωμένης γνωριμίας τους. Η Hae-mi εξηγεί πως ετοιμάζεται για ένα ταξίδι στην Αφρική, και πως χρειάζεται ένα άτομο για να φροντίζει τον γάτο της, όσο αυτή θα λείπει. Ο Jong-su αναλαμβάνει την ευθύνη, παρότι η ζωή του βρίσκεται σε μεταβατική περίοδο, λόγω οικογενειακών προβλημάτων, και αναγκάζεται να μετακομίσει πίσω το χωριό όπου μεγάλωσε. Όταν επιστρέφει η Hae-mi από το ταξίδι, ένας ανυπόμονος Jong-su γνωρίζει κοντά της τον Ben (Steven Yeun), έναν νέο της φίλο που γνώρισε στην Αφρική. Ο Ben είναι μία μυστηριώδης φιγούρα, καθώς η ταινία αρνείται να μας αποκαλύψει το μυαλό και τον χαρακτήρα του. Με την εμφάνισή του αμέσως αντιλαμβανόμαστε πως θα λειτουργήσει ως ανατρεπτικός παράγοντας, ο οποίος θα επηρεάσει αναπόφευκτα τη δυναμική της σχέσης Jong-su – Hae-mi.


Ο κόσμος του «Burning» είναι υποκειμενικός, καθώς φιλτράρεται σχεδόν αποκλειστικά μέσα από τον νου και το βλέμμα του Jοng-su. Τα πλάνα τα οποία μας προσφέρουν πληροφορίες που αγνοεί ο πρωταγωνιστής μας είναι ελάχιστα. Έτσι πετυχαίνει ο Chang-dong να σβήσει τη λεπτή γραμμή μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, συνεπώς έρχεται το κοινό σε μία δύσκολη θέση, καθώς δεν γνωρίζει ποιον χαρακτήρα μπορεί να εμπιστευτεί. Τόσο μέσα από την πορεία της αφήγησης, όσο και από το τέλος της, ο σκηνοθέτης επιθυμεί να μιλήσει για την απουσία ενός αντικειμενικού κόσμου, όπως και για τα συναισθήματα της οργής, της απογοήτευσης και της απόγνωσης όπου μπορεί να οδηγήσει η συνειδητοποίηση αυτή. Η απόφαση των σεναριογράφων να μην δώσουν απάντηση σε μερικά ερωτήματα μπορεί να αντιμετωπιστεί ως αδυναμία και να εκνευρίσει τον/τη θεατή. Παρά ταύτα, η επιλογή αυτή φαντάζει μονόδρομος, όταν αντιλαμβανόμαστε πως μόνο έτσι μπορεί να διατηρήσει η ταινία τον υποκειμενικό της χαρακτήρα. Σε κάθε άλλη περίπτωση θα έχανε τον δρόμο προς την επίτευξη του θεματικού της στόχου, και θα συμπεριφέρονταν με ανειλικρίνεια σε βάρος του κοινού.


Η απόφαση να παραμείνει η αφήγηση πιστή στο θέμα της και όχι στις προσδοκίες μας είναι ιδιοφυής, και δεν είναι η μόνη. Εξίσου αξιοθαύμαστη είναι και η διπλή ταυτότητα της ταινίας. Το «Burning» ξεκινά σαν δράμα, όμως στα μισά της διαδρομής αναδύεται σταδιακά και η σχέση του με το είδος του μυστηρίου και του ψυχολογικού θρίλερ. Χάρη σε αυτή την αφηγηματική ανατροπή εμπλουτίζει με ακόμη περισσότερα «αξιοθέατα» το κινηματογραφικό μας ταξίδι, και παρότι διαρκεί δυόμιση ώρες, δύσκολα θα μας εξουθενώσει.


Σε αυτό συμβάλλει συγχρόνως και η ισχυρή φωτογραφική προσέγγιση του Hong Kyung-pyo, σε συνδυασμό με τη μουσική επένδυση του Mowg. Κοινό χαρακτηριστικό των δύο είναι η υπνωτική τους προσωπικότητα, η οποία γίνεται αισθητή μέσα από τα αργά, ιμπρεσιονιστικά πλάνα και την επαναληπτικότητα της μουσικής. Όσον αφορά το οπτικό ύφος, η μόνη βασική αλλαγή έρχεται με τη «πλούσια» γωνιά της πόλης. Εκεί, πρωταγωνιστούν στην οθόνη αυστηρές γραμμές και συνήθως η απουσία προοπτικής, παράγοντας τοιουτοτρόπως μία κλειστοφοβική ατμόσφαιρα. Η ολοκληρωμένη αισθητική εικόνα μας δίνει εν τέλει την εντύπωση πως υπάρχει ένας κίνδυνος, του οποίου τη φύση όμως δεν μπορούμε να ορίσουμε, ούτε μπορούμε να τον εντοπίσουμε. Νιώθουμε σαν να γνωρίζουμε πως υπάρχει μία ωρολογιακή βόμβα, η οποία δεν κατανοούμε πως λειτουργεί, ούτε που βρίσκεται, όμως είμαστε άρρηκτα συνδεδεμένοι/ες μαζί της. Ένα άβολο συναίσθημα ανησυχίας μας κυριεύει, ενώ μας απομονώνει ακόμη περισσότερο η αδυναμία να ταυτιστούμε με κάποιον από τους κεντρικούς χαρακτήρες. Συνεπώς, κατά έναν παράδοξο τρόπο όντως ταυτιζόμαστε μαζί τους, καθώς και αυτοί αισθάνονται απομονωμένοι, παγιδευμένοι, ο/η καθένας/μία στον μοναχικό του κόσμο.


Το «Burning» είναι η πρώτη νοτιοκορεάτικη ταινία που διεκδίκησε μία θέση στην τελική λίστα για το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας (αν και τελικά δεν πήρε την υποψηφιότητα), και όχι άδικα. Πρόκειται για ένα έργο με εξαιρετικά πολύπλοκους χαρακτήρες, στους οποίους δίνουν επιτυχημένα πνοή οι τρεις χαρισματικοί πρωταγωνιστές, και με εξίσου πολύπλοκη αφήγηση, η οποία δεν δέχεται να αποκαλύψει όλα της τα μυστικά, αλλά μας αφήνει μόνους/ες να εξερευνήσουμε τα πολλαπλά νοήματα και τις ερμηνείες που κρύβονται πίσω από την ιστορία της. Με αυτό τον τρόπο, ο Chang-dong σκηνοθέτησε μια ταινία που «καίει» το μυαλό μας, και είναι σίγουρο πως θα αφήσει πίσω της εγκαύματα, είτε απολαύσουμε την εμπειρία, είτε όχι.