1. Cinema
  2. Κριτική ταινίας

Climax | Ο Νοέ παραμένει αξεπέραστος δεξιοτέχνης με τη χρήση του ήχου και της κίνησης

γράφει η Δωροθέα Ανδρικάκη

Γαλλία 2018 Σκηνοθεσία: Γκασπάρ Νοέ, με τους: Σοφία Μπουτέλα, Ρομέν Γκιγιερμίκ, Σουεϊλά Γιακούμπ, Κίντι Σμάιλ, Κλοντ Γκαζάν Μολ, Ζιζέλ Πάλμερ, Tέιλορ Κασλ


Το πάρτυ μιας ομάδας νεαρών χορευτών στη Γαλλία, μετατρέπεται σε εφιάλτη όταν κάποιος ρίχνει εν αγνοία τους LSD στα ποτά.


Οι τίτλοι τέλους φαντάζουν μια πολλά υποσχόμενη εναρκτήρια σκηνή για κάθε ταινία, πόσο μάλλον για το νέο πόνημα του χαρισματικού σκηνοθέτη του Irreversible, του Enter the void και του πιο πρόσφατου Love. Στο χώρο και χρόνο της ιστορίας, μας εισάγει απολαυστικά στη συνέχεια, η πρώτη από τις πολλές χορογραφίες που θα ακολουθήσουν, γεμίζοντας την οθόνη με πολύχρωμες, νεανικές παρουσίες, να κινούνται με μια αναπάντεχη αρμονία, πηγαία ενέργεια και ομορφιά αλλά και έναν απόκοσμο αισθησιασμό.



Ηλεκτρονική μουσική, ουδέτερη και ταιριαστή μέσα στο δυναμισμό της, συνοδεύει με ελάχιστες εξαιρέσεις, σχεδόν κάθε σκηνή της ταινίας, αποτελώντας έτσι αναπόσπαστο τμήμα όχι μόνο της αισθητικής αλλά και της ιστορίας της. Πάνω απ' όλα εξάλλου, πρόκειται για μια ιστορία χορού και ρυθμικής, νεανικής τρέλας. Παράλληλα, άφθονα μονοπλάνα, που διακόπτονται από απότομες μεταβάσεις, μας ξεναγούν με νευρικό τέμπο στις επιμέρους ιστορίες και στους διαφορετικούς χαρακτήρες που εκτυλίσσονται μπροστά μας, μέσα από χαλαρούς, φαινομενικά ασήμαντους διαλόγους, που συχνά επαναλαμβάνονται με μια νωχελικότητα που έρχεται σε απολαυστική αντίθεση με την ανήσυχη πάντα ματιά του σκηνοθέτη.


Ταλανίζεται όμως δυστυχώς, μια ενδιαφέρουσα, φρέσκια, γεμάτη ένταση και πάθος ιδέα, από τις θολές προθέσεις του δημιουργού, που οδηγούν σε ένα μπερδεμένο και άνισο αποτέλεσμα το οποίο αφήνει τελικά μια επίγευση από κάτι το άτεχνο και κάτι το πρόχειρο, παρά την άρτια τεχνική της. Ενισχύεται αναπόφευκτα η παραπάνω αίσθηση, από κάποιες νύξεις για φιλοσοφικούς ή και πολιτικούς προβληματισμούς που μοιάζουν παράταιροι έτσι ανεκμετάλλευτοι όπως μένουν, αλλά κυρίως από την αιφνιδιαστική αλλαγή στο ύφος της.

Διότι μετά το απολαυστικό, παιχνιδιάρικο πρώτο μέρος, κάπου στη μέση του φιλμικού χρόνου, η ταινία κάπως σα να παίρνει λάθος στροφή, οι ιστορίες γίνονται μελόδραμα, το δράμα υστερία και οι ήρωες μαριονέτες σε μια επαναλαμβανόμενη, προβλέψιμη χορογραφία.



Παραμένει βέβαια ο Νοέ αξεπέραστος δεξιοτέχνης με τη χρήση του ήχου και της κίνησης και αυτό κανείς δεν μπορεί να του το στερήσει. Ακόμη και ο λιγότερο εντυπωσιασμένος θεατής από τις τσιρίδες και τα κλάματα των ηρώων, δε μπορεί να μην ανατριχιάσει με τα ρυθμικά τρεχαλητά τους, δεν μπορεί να μη χαθεί μέσα στην αγωνία τους, ακόμη και να φοβηθεί στιγμιαία ότι θα του μεταδοθεί ο πανικός τους, έτσι όπως η τρομαχτικά επιδέξια κάμερα θαρρεί κανείς πιο πανικόβλητη από τους ίδιους, ζουμάρει, τρέχει, θολώνει, μαυρίζει, κοκκινίζει, λικνίζεται, ζαλίζεται με τη ζάλη τους, μεθά με το ποτό τους.


Ωστόσο το climax παρά τις έντεχνες, πάντα στυλιζαρισμένες, απόπειρες εντυπωσιασμού του σκηνοθέτη, δεν γλιτώνει από τη μοίρα κάθε ταινίας, που ορίζεται από ακραίες αισθητικές και αφηγηματικές επιλογές, οι οποίες όμως δεν έχουν γερά θεμέλια στην ιστορία. Αφού τα έντονα χρώματα και ηλεκτρονική μουσική έρχονται να φωτίζουν στιγμιαία την οθόνη, μένει τελικά στο θεατή η εντύπωση ενός τέλειου πυροτεχνήματος: διασκεδαστικό μεν αλλά το ξεχνάς νωρίτερα απ' ότι θα ήθελες.



Έτσι η ταινία, παίρνοντας αναπόφευκτα τη θέση της σε μια πλούσια, τολμηρή φιλμογραφία, ενός δημιουργού που κατάφερε να διχάσει και να προκαλέσει, σε μια εποχή που αυτό φαντάζει καμιά φορά δελεαστικά αδύνατο, θυμίζει τελικά στο σύγχρονο θεατή, λιγότερο κλιμάκωση και περισσότερο, οτιδήποτε και αν είναι αυτό, που συνήθως την ακολουθεί.


Η ταινία προβάλλεται στη Θεσσαλονίκη στην αίθουσα Σταύρος Τορνές.