1. Cinema
  2. Κριτική ταινίας

Collide | Ένα από τα πιο αδιάφορα action thriller της κινηματογραφικής σεζόν

γράφει ο Πάνος Αχτσιόγλου

Σκηνοθεσία: Eran Creevy

Ηθοποιοί: Nicholas Hoult, Felicity Jones, Anthony Hopkins, Ben Kingsley



Συσσωρεύοντας όλες τις κακοτεχνίες ενός κακέκτυπου των «Μαχητών των Δρόμων», αλλά και μετατρέποντας σε καρικατούρες κάθε έναν ξεχωριστά από τους ταλαντούχους ηθοποιούς που το απαρτίζουν, το ταλαιπωρημένο, τρίτο μεγάλου μήκους φιλμ του Ίραν Κρίβι φιγουράρει ως ένα από τα πιο αδιάφορα action thriller της κινηματογραφικής σεζόν


Δύο από τους πιο λαμπερούς πρωταγωνιστές του Χόλιγουντ, ο Νίκολας Χουλτ («Mad Max: Ο Δρόμος της Οργής») και η Φελίσιτι Τζόουνς («Rogue One: A Star Wars Story») πρωταγωνιστούν σε αυτό το b-movie καταδίωξης του σκηνοθέτη Ίραν Κρίβι («Welcome to the Punch») το οποίο έρχεται αργοπορημένα στις αίθουσες (γυρισμένο το 2014, η κυκλοφορία του αναβλήθηκε πάμπολλες φορές, εξ αιτίας της πτώχευσης της αρχικής εταιρίας παραγωγής του), υποσχόμενο ένα στερεοτυπικό μείγμα στιλιζαρισμένης ευρωπαϊκής ταινίας δράσης με ρομαντικό υπόβαθρο, εμπλουτισμένης με κωμικά στοιχεία και ερμηνευμένης από ένα πρωτοκλασάτο καστ. Και αν όλα αυτά ακούγονται ήδη ανιαρά και εξαντλημένα, έρχεται και η κινηματογραφική τους αποτύπωση να μετατρέψει ένα υποτιθέμενα ξέφρενο κυνηγητό με πολυτελή αυτοκίνητα στους αυτοκινητόδρομους της Γερμανίας, σε ό,τι πιο βαρετό και ανούσιο έχεις δει τελευταία.



Ο Χουλτ υποδύεται τον Κέισι, έναν νεαρό σωφρονισμένο κλέφτη που αναγκάζεται να επιστρέψει στην παρανομία, όταν η αγαπημένη του Τζούλιετ διαγιγνώσκεται με μια ασθένεια που επιβάλλει πανάκριβη μεταμόσχευση νεφρού. Παρά τους αρχικούς δισταγμούς του, η αγάπη θα τον ωθήσει να αποταθεί και πάλι στον πρώην εργοδότη του, τον Τούρκο μικρολαθρέμπορο ναρκωτικών Γκέραν (Μπεν Κίνγκσλεϊ), ο οποίος θα του ζητήσει να ληστέψει ένα φορτηγό γεμάτο κοκαΐνη από τον δικό του «προϊστάμενο», τον επικεφαλής της γερμανικής μαφίας και ταυτόχρονα σεβάσμιο επιχειρηματία, Χάγκεν Καλ (Άντονι Χόπκινς). Χωρίς να χρειάζεσαι μεγάλη διορατικότητα, καταλαβαίνεις ότι κάτι τελικά θα πάει στραβά, οδηγώντας την ταινία σε έναν αγώνα δρόμου, με τον Κέισι να κάνει τα πάντα προκειμένου να σώσει τη γυναίκα που αγαπά.


Ο Κρίβι προσπαθεί να δομήσει ένα φιλμ βασισμένο κυρίως σε εντυπωσιακές σκηνές καταδίωξης με αυτοκίνητα, καθώς ο (κυριολεκτικά άτρωτος) πρωταγωνιστής μοιάζει να βρίσκεται σε έκθεση από supercar, διαλέγοντας για καλή του τύχη -και σε βαθμό αφηγηματικής εξάντλησης- το επόμενο πανάκριβο αυτοκίνητο, αφού έχει φροντίσει πρώτα να καταστρέψει εντυπωσιακά το προηγούμενο. Μη γνωρίζοντας όμως ακριβώς πού να τοποθετήσει τις κάμερές του, ο σκηνοθέτης αποφασίζει να τις βάλει κυριολεκτικά παντού, παραδίδοντας ένα άτσαλο αποτέλεσμα που σε κάνει να λυπάσαι περισσότερο για τις πανάκριβες Τζάγκουαρ και Άστον Μάρτιν που καταλήγουν σε λαμαρίνες, παρά για το γολγοθά του βασικού του χαρακτήρα. Επιπλέον, το συναισθηματικό κίνητρο που κατά τα φαινόμενα πυροδοτεί τις απελπισμένες πράξεις των πρωταγωνιστών («όλοι έχουμε τους λόγους για τους οποίους κάνουμε τρελά, απερίσκεπτα πράγματα στη ζωή», σκέφτεται ο Κέισι στο ξεπερασμένο voice-over της έναρξης) αναπτύσσεται σε ένα προσχηματικό μοντάζ ενάμιση λεπτού, με αξιοπιστία σαπουνόπερας και αισθητική τηλεοπτικής διαφήμισης της Κόκα Κόλα. Σε κανένα σημείο οι ισχυρισμοί μιας μεγάλης αγάπης που διατείνονται οι απεγνωσμένοι πρωταγωνιστές δεν φαίνεται να πείθουν, αφού τόσο το ισχνό σεναριακό υπόβαθρο, όσο και η κλισέ αποτύπωση των ρόλων τους (με αποκορύφωμα αυτού της Φελίσιτι Τζόουνς, η οποία ερμηνεύει ανόρεχτα τη δεσποσύνη σε κίνδυνο με μια ανεκδιήγητη αμερικάνικη προφορά) τονίζουν τη γενικότερη ακαταστασία ενός φιλμ που δεν αποφασίζει τελικά ποτέ του πού πρέπει να εστιάσει.



Το κερασάκι στην άνοστη τούρτα του «Χωρίς Διέξοδο», βάζουν οι Χόπκινς και Κίνγκσλεϊ, οι οποίοι ερμηνεύοντας δύο αντίπαλους εγκληματίες μοιάζουν να έχουν πλήρη επίγνωση της αρπαχτής που επιχειρούν, αδιαφορώντας τελείως για τις όποιες επιπτώσεις μπορεί να έχει το φιλμ στην καλλιτεχνική τους αξιοπιστία ή την τεράστια καριέρα τους. Πάντως, παρότι ο μεν Χόπκινς αναλώνεται για ακόμη μια φορά σε μανιερισμούς, τονίζοντας -σχεδόν υστερικά- με το γνωστό του ιδίωμα κάθε τρίτη λέξη του ρόλου του, υποβαθμιζόμενος βέβαια και από μια ολοκληρωτικά ανορθολογική εξέλιξη της πλοκής που τον θέλει να μετατρέπεται σε ψυχοπαθή, αδιαφορώντας για την έκθεσή του στις απανταχού κάμερες ασφαλείας, ο δε Κίνγκσλεϊ φαντάζει ως ο μόνος ελαφρώς τρισδιάστατος χαρακτήρας, ο οποίος και χαρίζει στο κατά τα άλλα άνευρο και βεβιασμένο φιλμ του Κρίβι τις καλύτερες στιγμές του, όταν ξοδεύει τον ελεύθερό του χρόνο βλέποντας τον Τζον Τραβόλτα στην ταινία-ένοχη απόλαυση «Πέρφεκτ» του 1985, ή όταν επιδίδεται σε έναν εξωφρενικό μονόλογο γύρω από το πόσο σέξι υπήρξε ο Μπαρτ Ρέινολντς στο «Όταν Ξέσπασε η Βία» του 1972.


Η ταινία προβάλλεται στη Θεσσαλονίκη στον κινηματογράφο Odeon Μακεδονία