1. Cinema
  2. Κριτική ταινίας

Dunkirk | Ο τεχνικός χαρακτήρας του φιλμ αγγίζει τα όρια του αριστουργήματος.

γράφει ο Πάνος Αχτσιόγλου


Σκηνοθεσία: Christopher Nolan

Ηθοποιοί: Fionn Whitehead, Barry Keoghan, Mark Rylance, Tom Hardy, Cillian Murphy


O Κρίστοφερ Νόλαν βυθίζεται στην άβυσσο μιας από τις πιο συγκλονιστικές βρετανικές ήττες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, γκρεμίζοντας συθέμελα την αξία της ανθρώπινης ζωής μπροστά στο απόλυτο κακό, αλλά και αποδεικνύοντας εντυπωσιακά ότι ήρωας δεν είναι τελικά αυτός που χάνει ή κερδίζει, αλλά απλά αυτός που κατορθώνει να επιβιώσει.



Ήρθε λοιπόν αυτή η στιγμή στην οποία, ένας από τους πιο επιτυχημένους εμπορικούς σκηνοθέτες των τελευταίων ετών, αποφασίζει να αφήσει το στίγμα του για πρώτη φορά στο είδος του επικού πολεμικού (ή αντιπολεμικού, όπως το εκλάβει κανείς) φιλμ. Ο Κρίστοφερ Νόλαν του κλασικού πια Μεμέντο, της ομολογουμένως σημαντικότερης super-hero τριλογίας που έχει γυριστεί τα τελευταία χρόνια (αυτής του Μπάτμαν), του ονειρώδους Inception και του πιο πρόσφατου Interstellar, βουτά εκκωφαντικά στη χαώδη εκκένωση της Δουνκέρκης, κινηματογραφώντας με όρους συγκλονιστικού υπερθεάματος την υποχώρηση των Βρετανών από την παραλία της γαλλικής παραθαλάσσιας πόλης μετά τη διάσπαση του συμμαχικού μετώπου, τον εγκλωβισμό τους από στεριά και θάλασσα στα στενά της Μάγχης και την τελική τους διάσωση από πολιτικά πλοιάρια που επιτάχθηκαν από τον Ουίνστον Τσώρτσιλ, καθώς τα πολεμικά διασωστικά αδυνατούσαν να προσεγγίσουν τις ακτές, απωθούμενα διαρκώς από τα γερμανικά αεροπλάνα και υποβρύχια. Φέρνοντας τη δική του κολοσσιαία οπτική (όπως εξάλλου και σκηνοθετική αυτοπεποίθηση, για πολλούς ίσως και αυταρέσκεια) στην αφήγηση μιας εξίσου μνημειώδους ιστορίας, ο Νόλαν περικυκλώνει το κοινό με τον τρόμο και το επαυξημένο άγχος ενός αδιαπραγμάτευτα συνταρακτικού ιστορικού γεγονότος, χρησιμοποιώντας τη γνωστή δωρική του προσέγγιση προς όφελος ενός μεγαλειώδους ρεαλισμού που δεν αφήνει τελικά κανένα περιθώριο μη εμπλοκής με την επιβλητικότητα και συνάμα τραγικότητα των στιγμών.



Αδιαμφισβήτητα, ο μεγάλος σταρ της ταινίας είναι ο ίδιος ο σκηνοθέτης, χρησιμοποιώντας τη γνωστή τεχνική του που σε αρπάζει από το λαιμό ήδη από τα πρώτα βουβά (και ίσως πιο σπουδαία) λεπτά της. Μέσω ενός τεχνικά υποδειγματικού μοντάζ, η αφήγηση δίνει έμφαση στην ανθρώπινη πλευρά της ιστορίας, επιτρέποντάς μας να ζήσουμε τη δραματική εκκένωση από πολλαπλές και χρονικά ακαθόριστες οπτικές γωνίες, κινηματογραφημένες από στεριά, θάλασσα και αέρα. Περιγράφοντας το ίδιο γεγονός μέσα σε έναν στρόβιλο γεμάτο από χρονικές ασυνέχειες, κατορθώνει να αποτυπώσει τον παράξενο, σχεδόν τυχαίο τρόπο με τον οποίο η δηλία μετατρέπεται σε σε θάρρος στο πεδίο της μάχης, καθώς οι ηττημένοι ψυχικά και σωματικά στρατιώτες στριμώχνονται στον μικρό μόλο εκτεθειμένοι από όλες τις πλευρές, βλέποντας τα συμμαχικά πλοία να βυθίζονται με ανελέητη αποδοτικότητα, σε μια συμβολική έκφραση της καταδικασμένης επιθυμίας τους για επιστροφή στην πατρίδα. Μια πατρίδα που φαντάζει άπιαστο όνειρο παρότι στην πραγματικότητα βρίσκεται λίγα μίλια μακριά, και από την οποία πρόκειται να καταφτάσει η πιο απρόσμενη και συγκινητική βοήθεια που θα μετατρέψει τελικά τη αμμώδη γαλλική ακτή της βρετανικής ντροπής σε μια ιστορική απόδειξη ανδρείας και αλληλεγγύης.



Ο τεχνικός χαρακτήρας του φιλμ (οπτικός και κυρίως ηχητικός) αγγίζει τα όρια του αριστουργήματος. Ίσως σε μερικές περιπτώσεις οι λήψεις να μοιάζουν κάπως υπερβολικά στιλιζαρισμένες, αφού σε στιγμές οι καλογυαλισμένες επιφάνειες και η αψεγάδιαστη, λαμπερή αισθητική αφήνουν μια στημένη αίσθηση, μακριά από την οδύνη ή τη βιαιότητα αυτών που συμβαίνουν. Στις μικρές ατέλειες του φιλμ θα μπορούσε να συμπεριληφθεί και το σάουντρακ που υπογράφει ο πολύς Χανς Τσίμερ, το οποίο μάλλον άστοχα μοιάζει να απορροφάται και τελικά να αναλώνεται σε ένα μόνιμο ρυθμικό μοτίβο, που συμβάλλει μεν στη διατήρηση του στρεσογόνου και επείγοντος ρυθμού, αλλά μοιραία μετατρέπει τη μουσική επένδυση σε ένα ακόμη μεγάλης διάρκειας εφέ. Αυτό βέβαια δεν υποβαθμίζει το συνολικά άψογο ηχητικό ντιζάιν που καταφέρνει να σε κάνει όχι να ακούσεις, αλλά ουσιαστικά να βιώσεις την περιστροφή της προπέλας του ηρωικού βρετανικού αεροσκάφους, τις βίαιες δονήσεις από το συγχρονισμό των μεταλλικών του τμημάτων ή τις κραυγές αγωνίας χιλιάδων ανώνυμων στρατιωτών που εξαναγκάζονται να ξαναγυρίσουν πολλές φορές πίσω στη γεμάτη γλιτσιασμένο υπόλευκο αφρό ακτή του προσωπικού τους μαρτυρίου, όταν τα γκρίζα νερά καταπιούν για ακόμη μια φορά τις ελπίδες τους για σωτηρία.



Καθώς οι θρυμματισμένες τρεις βασικές ιστορίες που πρισματικά αφηγούνται το ίδιο γεγονός συνυφαίνονται όλο και πιο σφιχτά προσεγγίζοντας σταδιακά το φινάλε, δεν μπορείς παρά να συνειδητοποιήσεις ότι η προσδοκώμενη λύτρωση δεν πρόκειται να εντοπιστεί στην υπεραισιόδοξη κατακλείδα και τον αχρείαστο πατριωτικό (πραγματικό) μονόλογο του Άγγλου πρωθυπουργού που ακούγεται στο υπόβαθρο, ο οποίος -για κάποιους- ενδεχομένως και να χρησιμοποιείται επιχειρώντας να τονώσει το ηθικό των Βρετανών του σήμερα, βρισκόμενοι αντιμέτωποι με την πρόκληση ενός Brexit. Η διαρκής και εξαντλητική κορύφωση της φρίκης ενός πολέμου που αποζητά θυσίες χωρίς νόημα -και ίσως στη συνέχεια θεοποιηθούν από τον τοπικό τύπο- εκτονώνεται υποδειγματικά σε εκείνες τις σπαρακτικές στιγμές που εκφράζονται χωρίς λόγια. Στο ανεπαίσθητο νεύμα συγκατάβασης του εξαιρετικού Μαρκ Ράιλανς, στη ζωτική ψευδαίσθηση από την οποία έχει ανάγκη να γραπωθεί ο Κίλιαν Μέρφι, στο θολό, γεμάτο ευγνωμοσύνη βλέμμα του Κένεθ Μπράνα. Είναι αυτές οι σχεδόν ενστικτώδεις σεκάνς που επιτίθενται τελικά στο συναίσθημα με τεράστια δραματουργική δύναμη, κατατάσσοντας το μεγαλοπρεπές κινηματογραφικό κατόρθωμα του Κρίστοφερ Νόλαν ως ίσως τη σημαντικότερη χολιγουντιανή (συν)παραγωγή της χρονιάς.