1. Mind the art
  2. Βιβλίο

Σύρριζα στη βία

γράφει ο Κυριάκος Αθανασιάδης


Η «Κλειστή Πόρτα» τής Ευγενίας Μπογιάνου (Θεσσαλονίκη 1968), ένα ιδιότυπο σπονδυλωτό μυθιστόρημα κατά μία λοξή έννοια, συγγραφική όσο και αναγνωστική —γεγονός που προσδίδει στο βιβλίο επιπλέον ενδιαφέρον και χαρίζει περισσότερους τρόπους συμμετοχής σ’ εμάς—, μα μία καθαρόαιμη, ατόφια συλλογή διηγημάτων σε κάθε περίπτωση, μου έφερε στο μυαλό την «Ανθολογία τού Σπουν Ρίβερ» (μετάφραση Σπύρος Αποστόλου, εκδ. «Gutenberg», εκτός κυκλοφορίας σήμερα), την ογκώδη και ζοφερή συλλογή ποιητικών επιτυμβίων επιγραμμάτων τού Έντγκαρ Λι Μάστερς (1868-1950): εκείνων των φωνών, των παράφορων ξεσπασμάτων των νεκρών, που συναπαρτίζουν την αφήγηση του βίου και του τρομώδους τόπου που ανιστορούν. Τρομώδης όμως, και απελπιστικός, είναι και ο (μολονότι οικείος μας) χώρος όπου διαδραματίζονται οι ιστορίες της Μπογιάνου — η δική της αφήγηση για το Είναι: τόπος, άλλωστε, είναι πάντοτε και μόνον οι άνθρωποι, οι ιστορίες τους, το μεταλλικό, στοιχειωμένο παρελθόν απ’ όπου, φυσικά, αδυνατούν να αποδράσουν — όχι το περιβάλλον τους. Τρόμος είναι οι άνθρωποι.


Με μία δραματική και κλιμακούμενη θεατρικότητα —οι κεντρικοί ήρωες μονολογούν: ασφυκτικά, έντονα, λυσσαλέα, παρασυρμένοι από ενοχή, είτε εξομολογημένη, είτε ανομολόγητη μα υποβόσκουσα, με άγχος, αγωνία, θυμό, ασθματικά και κοφτά (λες και γράφτηκε όλο σε γραφομηχανή), και με συσπειρωμένη ένταση σβηστού δυναμίτη: όλοι τους—, απευθυνόμενες στον ήδη από τις πρώτες σελίδες έντονα συνένοχο αναγνώστη, οι έντεκα περσόνες που επιλέγει τελικά να εκθέσει η συγγραφέας (γιατί θα μπορούσε να «προδώσει» και άλλων τις κρύφιες ζωές, το βιβλίο θα μπορούσε να επεκταθεί μέχρι να μας καλύψει όλους) ξεδιπλώνουν ό,τι πιο μύχιο (άρα: πιο αληθινό — άρα: πιο έξαλλο — άρα: πιο τρομώδες) έχουν — ό,τι πιο σπαρακτικά καθημερινό φέρουμε άπαντες: τα μυστικά τους, τα λάθη τους, τη φοβερή τους λαχτάρα.


Και οι έντεκα είναι στερημένοι, πανικόβλητοι («Έβλεπα τον άλλον και ένιωθα απειλή»), ανήμποροι, κουρασμένοι («Το κορμί μου είναι η κούραση»), βαριεστημένοι, παραδομένοι σε μια φλογερή ανία, παραδομένοι ούτως ή άλλως («Πάλευα από τότε με την τρέλα. Δε με νίκησε ποτέ. Μα ούτε κι εγώ τη νίκησα»), με πεισματικά σφιχτά χείλια («Όλη μου τη ζωή περίμενα αυτό το τηλεφώνημα. Έκλεισα το τηλέφωνο»), ένοχοι (ακόμη κι όταν δεν αισθάνονται ενοχή, είναι ένοχοι ακριβώς γι’ αυτό), αποσυνάγωγοι, ολοκληρωτικά οργισμένοι («Φοράω το θυμό μου σα ρούχο […] που έχει γίνει ένα με τη σάρκα μου. Αν το βγάλω, θα γδάρω και τη σάρκα μου»), πονεμένοι («Ο πόνος επιμηκύνει το χρόνο»), σακατεμένοι, ανοίκειοι, γερασμένοι («Ο χρόνος, ένα λυσσασμένο σκυλί, τα είχε τακτοποιήσει όλα δίχως να με ρωτήσει»), γεμάτοι πίκρα που τους διαλύει και τους στρέφει στον αυτοοικτιρμό, στην αργή αυτοκτονία, στο αλκοόλ («Χωρίς νεράκι η μέρα πεισμώνει»), στη μεταμφίεση και στην αποξένωση — πράγμα όχι δύσκολο, συνήθως, καθώς κανείς δεν τους προσεγγίζει, κανείς δεν τους βλέπει πραγματικά: τα βλέμματα των τρίτων γλιστρούν από πάνω τους ή από μέσα τους, γίνονται αόρατοι (ακόμη και όταν, σπανίως, είναι επιθυμητοί) μέσω ακριβώς τής απάθειας του άλλου.


Έντεκα μπαφιασμένες ψυχές, χαμένες, έντεκα άνθρωποι στα όρια, βουτηγμένοι στην απόγνωση και πολύ κοντά, σύρριζα στη βία (που ελλοχεύει παντού, μα που, παραδόξως, ποτέ δεν ξεσπά — ίσως γιατί είναι όλη στραμμένη προς τα μέσα), που σταματούν να μην κάνουν αυτό που δεν κάνουν, και αποφασίζουν να μας μιλήσουν για το Μεγάλο Θέμα, το χαμό: έντεκα τζοϊσικοί μονόλογοι με στίξη.


Εξαιρετικό, δυνατό κείμενο που σε ξαφνιάζει, ανθρωπολογικά λεπτομερέστατο (η Μπογιάνου έχει οξεία ματιά και παρατηρητικότητα σπάνια), αρθρωμένο γύρω από ένα εύρημα (ένας από τους «κομπάρσους» κάθε ιστορίας πρωταγωνιστεί στην εκάστοτε επόμενη) κινηματογραφικό και εντέλει λογικό και, φαινομενικά, προφανές.


Επιτέλους διηγήματα (το είδος που αποφεύγουν, ως «μη εμπορικό», οι εκδότες…), φτιαγμένα με φειδώ λέξεων και γενναία σπατάλη συναισθημάτων.