1. Mind the art
  2. Βιβλίο

Όσοι εδώ εισέρχεστε, εγκαταλείψατε κάθε ελπίδα

γράφει ο Γιώργος Φ. Φωτιάδης

|ΠΠΚΤ|: Κανείς δεν ξέρει τι σημαίνει –και περισσότερο απ’ όλους εκείνοι που χρησιμοποιούν τον όρο. Τα αρχικά αντιστοιχούν στις λέξεις Παγκόσμιος Πόλεμος Κατά της Τρομοκρατίας. Επειδή όμως κάθε διαμάχη για το πώς φτάσαμε στην αφαίρεση είναι, για να το θέσουμε ευγενικά, περίπου ανώφελη, καλό θα ήταν ο όρος να εκλαμβάνεται ως κορακίστικα του μάρκετινγκ. Ανήκει στις μαλακίες που λατρεύουν οι ρεπόρτερ· και αποτελεί δουλειά των υλατζήδων να την πετάξουν έξω. Βλ. επίσης: ΟΜΛ· Ακρωνύμια· και Ανεγκέφαλοι. |Κυριολεκτικά|: η λέξη αυτή πρέπει να απαλειφθεί. Όλο και πιο συχνά, πράξεις που περιγράφονται «κυριολεκτικά» δεν έχουν καν συμβεί. Όπως στο: «Βγήκε κυριολεκτικά έξω από τα ρούχα του». Όχι, δεν το έκανε. Γιατί αν όντως το είχε κάνει, τότε ο ίδιος ο αρχισυντάκτης ύλης θα πρότεινε το θέμα να αναβαθμιστεί και να πάει στην πρώτη σελίδα. Εισάγοντας το «κυριολεκτικά», ενισχύουμε, θέλοντας και μη, την άποψη ότι ασθμαίνοντες βλάκες καραδοκούν μέσα στην αίθουσα σύνταξης. Εξαφανίστε την μόλις τη δείτε –τη λέξη, όχι τη βλακεία. Οι ανεγκέφαλοι πρέπει να συλλαμβάνονται και να κλείνονται στα κλουβιά που έχω εγκαταστήσει στο υπόγειο. Βλ. επίσης: Κατάχρηση της παύλας· Θαυμαστικά· και Ανεγκέφαλοι.



(πρόκειται για εφημερίδα)





Το πρώτο μυθιστόρημα του Bρετανοκαναδού Τομ Ράχμαν αναφέρεται στην ιστορία μιας εφημερίδας, από την ίδρυση έως και την τελευταία ημέρα της ζωής της. Ένα αγγλόφωνο διεθνές έντυπο, την οποία ιδρύει το 1953 στη Ρώμη ένας αυτοδημιούργητος και εκκεντρικός αμερικανός εκατομμυριούχος. Ο συγγραφέας επιλέγει να αφηγηθεί την εξέλιξη αυτής της καθημερινής εφημερίδας –στην οποία μάλιστα δεν αποδίδει κάποιαν επωνυμία– μέσα από τις προσωπικές ιστορίες των ανθρώπων που εργάστηκαν γι’ αυτήν: τους ανταποκριτές, τη συντάκτρια του οικονομικού ρεπορτάζ, τον συντάκτη των νεκρολογιών, τον αρχισυντάκτη ύλης, την αρχισυντάκτρια ρεπορτάζ, τον διευθυντή σύνταξης, τη διευθύντρια οικονομικού τμήματος –ακόμη και την ιστορία μιας αναγνώστριας και της αλλόκοτης εξάρτησής της με την εφημερίδα. Και κάθε φορά που ολοκληρώνει την αφήγηση μιας από τις έντεκα προσωπικές ιστορίες τούτων των ανθρώπων –ιστορίες πικρές, γλυκές, μοναχικές, σκληρές κι ανθρώπινες, εν ολίγοις ιστορίες που τις συναντάς οπουδήποτε κι αν κοιτάξεις–, ο συγγραφέας καταπιάνεται με τη φανταστική βιογραφία του εκδότη-ιδρυτή της εφημερίδας. Σε αντιστοίχως έντεκα αποσπάσματα, ο Ράχμαν περιγράφει την παρακμή και την πτώση μιας εφημερίδας που επ’ ουδενί δεν ιδρύθηκε με σκοπό να κατακτήσει τον χώρο του διεθνούς Τύπου τη δεκαετία του ’50. Το μόνο που αποζητούσε εκείνος ο αυτοδημιούργητος αμερικανός πολυεκατομμυριούχος ήταν να βρίσκεται δίπλα στην παντρεμένη πλέον δημοσιογράφο, που είχε γνωρίσει στα χρόνια του πολέμου. Γι’ αυτό κι έστησε μια αγγλόφωνη εφημερίδα στην Ρώμη για εκείνη και τον σύζυγό της. Αγόρασε μία έπαυλη στον Αβεντίνο λόφο και τον γέμισε με έργα τέχνης που τα επέλεγε εκείνη. Όλα αυτά δίχως προβλέψεις, στατιστικές και οικονομοτεχνικές μελέτες από έναν άνθρωπο που κυνηγούσε μανιωδώς το κέρδος. Πεταμένα λεφτά, θα έλεγαν πολλοί. Αυτό ακριβώς είπαν και οι κληρονόμοι του, οι οποίοι στις επόμενες δεκαετίες δεν πίστεψαν στο προσωπικό της, δεν επένδυσαν στην επιχείρηση ούτε και στις Νέες Τεχνολογίες. Αντιθέτως, ενεπλάκησαν σε υποθέσεις τραπεζικών και χρηματιστηριακών σκανδάλων. Η ανώνυμη εφημερίδα εκείνου του αυτοδημιούργητου κι εκκεντρικού επιχειρηματία δεν υπάρχει πια.