1. Mind the art
  2. Βιβλίο

Fahrenheit 451 | “Et surtout, Messieurs, point de zèle”

Γράφει ο Γιώργος Φ. Φωτιάδης




Υπάρχει μία θεμελιώδης σύλληψη που μας κληροδοτήθηκε από τον ρομαντικό ανθρωπισμό –από το αδάμαστο γερμανικό πνεύμα– την οποία δεν θα λησμονήσουμε εύκολα. Πρώτον, ότι ο δημιουργός των ιδεών και των αξιών είναι ο ίδιος ο άνθρωπος και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατόν να θυσιάζεται εν ονόματι κάποιου ανώτερου σκοπού από τον ίδιο το συνάνθρωπό του, γιατί απλούστατα δεν υπάρχει τίποτε ανώτερο από τον άνθρωπο. Αυτό είχε κατά νου ο Καντ όταν αναφερόταν στον άνθρωπο ως αυτοσκοπό και όχι ως μέσον για κάποιο σκοπό. Δεύτερον, ότι οι θεσμοί δεν δημιουργούνται απλώς από τους ανθρώπους αλλά και προς όφελος των ανθρώπων, και όταν πλέον δεν τους εξυπηρετούν πρέπει να εκλείπουν. Τρίτον, ότι οι άνθρωποι δεν πρέπει να αλληλοεξοντώνονται, είτε εν ονόματι αφηρημένων ιδεών –οσοδήποτε μεγαλόπνοων– όπως η πρόοδος, η ελευθερία, η ανθρωπότητα, είτε εν ονόματι των θεσμών, γιατί τίποτε απ' όλα αυτά δεν έχει απόλυτη αξία καθ' εαυτό εφόσον ό,τι είναι το οφείλουν στους ίδιους τους ανθρώπους, οι οποίοι αποκλειστικά και μόνο καθιστούν τα πράγματα αξιόλογα ή καθαγιασμένα. Επομένως η αντίσταση σε αυτά ή οι απόπειρες αλλαγής τους δεν αποτελούν εξέγερση σε θεϊκές επιταγές, η οποία πρέπει να τιμωρείται με εξόντωση. Τέταρτον, και αυτό προκύπτει από τα προηγούμενα, ότι το χειρότερο αμάρτημα είναι να ατιμάζονται ή να εξευτελίζονται ανθρώπινα όντα χάριν κάποιου "προκρούστειου προτύπου" στο οποίο εξαναγκάζονται να προσαρμοστούν παρά τη θέλησή τους –πρότυπο το οποίο διαθέτει κάποιαν αντικειμενική ισχύ, ανεξάρτητα από τις ανθρώπινες επιθυμίες και βλέψεις.




"Et surtout, Messieurs, point de zèle"*






Για την ακρίβεια δεν ήταν φιλόσοφος, ούτε μονάχα πολιτικός στοχαστής, ιστορικός ή κριτικός της λογοτεχνίας ήταν λίγο απ' όλα. Ο ίδιος βέβαια συστηνόταν ως Ιστορικός των Ιδεών, έναν όρο που συνέβαλε αποφασιστικά στο να γίνει ευρύτερα γνωστός μέσα από τις δημόσιες εμφανίσεις του και τις συνεντεύξεις του. Στη διάρκεια της ακαδημαϊκής του σταδιοδρομίας χαρακτηρίστηκε συντηρητικός αλλά και ριζοσπάστης, συναρπαστικός αλλά και μέτριος συγγραφέας, υπερασπιστής του Διαφωτισμού μα και ταυτόχρονα σφοδρός αντίπαλός του. Του άρεσε να υπενθυμίζει στους ανθρώπους πως όταν πίστευαν με απόλυτη βεβαιότητα πως γνώριζαν προς τα πού βάδιζαν, τότε ακριβώς υπήρχε και η μεγαλύτερη πιθανότητα να κάνουν λάθος. Υποστήριζε ότι οι υψηλοί πολιτικοί στόχοι οδηγούν αναπόφευκτα σε κάποιας μορφής ολοκληρωτισμό, κάποιου είδους βοναπαρτισμό, σε ανθρώπους που καβαλάνε άσπρα άλογα… Έγινε διάσημος σε όλο τον κόσμο όταν το 1953 δημοσίευσε το δοκίμιό του για τον Τολστόι, όπου χρησιμοποίησε τον στίχο του Αρχίλοχου «πολλά γνωρίζει η αλεπού αλλ' ο σκαντζόχοιρος ένα και σπουδαίο» για να διαχωρίσει τους πολιτικούς διανοητές σε δύο βασικές κατηγορίες: σε σκαντζόχοιρους και αλεπούδες. Σε εκείνους που πίστευαν πως υπήρχε μία και μοναδική πανανθρώπινη αλήθεια, πως το καθετί ήταν αναπόσπαστο μέρος ενός ευρύτερου παγκόσμιου όλου και σ' εκείνους που αποδέχονται πως η πραγματικότητα είναι το άθροισμα αμέτρητων, διαφορετικών πραγμάτων. Σε όσους φοβούνται τη διαφορετικότητα, την ανάμιξη, τη σύγκρουση, τη διαφωνία, την αβεβαιότητα και σε όσους φοβούνται την ενότητα, την ομοιομορφία, την ομοφωνία, την ευταξία, τη συμμετρία, τη απόλυτη βεβαιότητα. Αναμφίβολα συμπεριελάμβανε τον εαυτό του στις αλεπούδες της πολιτικής σκέψης, όμως στη συνέχεια ομολόγησε πως τέτοιου είδους γενικεύσεις ήταν εξαιρετικά απλουστευτικές και επικίνδυνες. Ίσως γι' αυτό, όταν σε μια από τις αναρίθμητες συνεντεύξεις του τον ρώτησαν ποιο ζώο θα προτιμούσε να ήταν, εκείνος δίχως τον παραμικρό δισταγμό απάντησε, Πιγκουίνος. Γιατί όταν ο πιγκουίνος μείνει μόνος, πεθαίνει.




Στράφηκε στην Ιστορία των Ιδεών, επειδή θέλησε να μελετήσει το έργο των ρώσων διανοητών του 19 ου αι. (Αλ. Χέρτζεν, Βησ. Μπελίνσκι, Μιχ. Μπακούνιν), τους οποίους θεωρούσε πνευματικούς απογόνους του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και των επικριτών του. Θεωρούσε πως είναι βαρετό να διαβάζεις διαρκώς τους φίλους και συμμάχους σου, αυτούς με τους οποίους συμφωνείς, ανθρώπους που λίγο πολύ συμμερίζονται τις ίδιες απόψεις με σένα, γιατί το μόνο που κάνεις είναι να επανέρχεσαι συνεχώς σε γνωστές κοινοτοπίες. Αυτό που έχει πραγματικό ενδιαφέρον είναι να μελετάς τον αντίπαλο, γιατί εκείνος είναι που καταφέρνει να διαπερνά τις άμυνές σου, τα ευάλωτα σημεία σου αυτό που πραγματικά με νοιάζει είναι πού εγώ κάνω λάθος σε όσα πιστεύω, τι είναι αυτό που πρέπει να αλλάξω ή να εγκαταλείψω. Δεν θεωρούσε τον εαυτό του ιδιαίτερα πολιτικό όν παρά έναν απλό παρατηρητή της εποχής του, ωστόσο πίστευε ότι τα συστατικά στοιχεία της πολιτικής ήταν η σύγκρουση και η διαφωνία, και υποστήριζε την υποχρέωση του ατόμου να παίρνει θέση στα μεγάλα ζητήματα, να επιλέγει με ποια πλευρά θα συνταχθεί. Η διαμάχη μεταξύ αξιών και ιδεών, η ποικιλομορφία και οι αποκλίσεις μεταξύ ατόμων, πολιτισμών, ιστορικών εποχών είναι τα θέματα σχεδόν όλων όσων έγραψε. Πίστευε πως οι ανθρώπινες αξίες είναι θεμελιωδώς ασύμβατες, πως η ελευθερία είναι ελευθερία, δεν είναι ισότητα ούτε μόρφωση, ούτε ευτυχία, ούτε ήρεμη ζωή. Συνεπώς η ουτοπική ιδέα για τη δημιουργία μίας τέλειας κοινωνίας είναι απολύτως εσφαλμένη. Όμως εξίσου επικίνδυνα έβρισκε όλα τα αφηρημένα θεωρητικά σχήματα, γιατί απειλούν τις ατομικές ελευθερίες χάριν μίας μελλοντικής πολιτικής ουτοπίας. Υποστήριζε ακράδαντα την περιφρούρηση της ελευθερίας του ατόμου στο σήμερα.



Εκτιμούσε τον Καρλ Μαρξ πρωτίστως ως κοινωνιολόγο και ιστορικό, άλλωστε το πρώτο του έργο ήταν μία βιογραφία του γερμανού συγγραφέα που ως και σήμερα θεωρείται κλασική. Θαύμαζε απεριόριστα τους Νορμπέρτο Μπόμπιο και Καρλ Πόππερ, καθόλου τον Φρίντριχ φον Χάγιεκ, ενώ ομολογούσε πως δεν είχε επαρκή γνώση του έργου του Μαξ Βέμπερ. Φανατικός υποστηρικτής του προέδρου Φ. Ρούζβελτ, του «Νιού Ντιλ» και του Κοινωνικού Κράτους, μέχρι το τέλος της ζωής του (1997) υποστήριζε πως στην Ευρώπη δεν έχουν δημιουργηθεί τα θεμέλια για κάτι σχετικό, ενώ ό,τι πιο συγγενές ήταν το κοινωνικό πρόγραμμα της βρετανικής κυβέρνησης Άτλι (1945-1951), της Ν. Ζηλανδίας και των σκανδιναβικών χωρών.






«Η ευρωπαϊκή ενότητα και οι μεταστροφές της», απ' όπου προέρχεται το ανωτέρω απόσπασμα, είναι ένα από τα λιγότερο σχολιασμένα κείμενα του Ιζάια Μπερλίν (Ρίγα 1909 – Οξφόρδη 1997). Ήταν 21 Νοεμβρίου του 1959, στο 3ο συνέδριο του Ιδρύματος Παιδείας και Ευρωπαϊκού Πολιτισμού στη Βιέννη, όταν ο πενηντάχρονος Μπερλίν εκφώνησε για πρώτη φορά αυτήν την ομιλία, που στη συνέχεια συμπεριελήφθη στη συλλογή δοκιμίων του με γενικό τίτλο The Crooked Timber of Humanity, η οποία κυκλοφόρησε το 1990 (Το στρεβλό υλικό της ανθρωπότητας, μτφ. Γιώργος Μερτίκας & επ. Γερ. Λυκιαρδόπουλος, «Κριτική» Αθήνα 2004). Οκτώ μόλις χρόνια μετά τη λήξη του πολέμου, στην πρωτεύουσα μιας κεντροευρωπαϊκής χώρας που συμπλήρωνε δεκαπέντε συνολικά χρόνια ξένης στρατιωτικής κατοχής (από το 1938 ως το 1945 υπό τη ναζιστική Γερμανία με το ατιμωτικό Άνσλους και υπό κοινή συμμαχική κατοχή από τη λήξη του πολέμου έως τελικά το 1955) και λίγα μόλις μέτρα πιο πέρα από τη διάσημη Ρόδα του πάρκου Πράτερ – εκεί όπου λίγο καιρό νωρίτερα εκείνος ο διαβόητος Χάρι Λάιμ από τον «Τρίτο άνθρωπο» είχε δώσει τη δική του, πασίγνωστη πια, ομιλία στον παλιό του φίλο Χόλι Μάρτινς για τους ανθρώπους που φαντάζουν σαν απλές κουκίδες – με αυτό το εξαιρετικά επίκαιρο πολιτικό κείμενό του ο Μπερλίν μάς υπενθυμίζει ότι η ουσία του ανθρώπου δεν είναι η συνείδηση, ούτε η επινόηση εργαλείων, αλλά η δύναμη της εκλογής, δηλαδή η ικανότητα του κάθε μεμονωμένου ανθρώπου να επιλέγει και να αποφασίζει για τον εαυτό του, να αλλάζει και να διαφοροποιείται από τους άλλους (όποιοι ή όσοι κι εάν είναι), πως το μεγαλείο και η αξιοπρέπεια του ανθρώπου συνίσταται στο ότι ο ίδιος επιλέγει και δεν επιλέγεται, ότι μπορεί να είναι κύριος τού εαυτού του (έστω κι εάν κατά καιρούς αυτό τον γεμίζει με φόβο και μοναξιά), ότι όσοι κατά καιρούς προσπάθησαν να πειθαναγκάσουν τους άλλους σε ουτοπικούς μονοδρόμους απειλώντας τους πως διαφορετικά παραμόνευε η βέβαιη καταστροφή απέτυχαν οικτρά. Κι αυτό γιατί τα ιδεώδη των μεμονωμένων ανθρώπων, όποια κι εάν ήταν αυτά, απαιτούσαν σεβασμό ακόμη και ευλάβεια, έστω κι εάν δεν παρέχονταν εγγυήσεις για την αντικειμενική εγκυρότητά τους. Πως ακριβώς η ευρωπαϊκή ιστορία των τελευταίων αιώνων είναι που καταδεικνύει ότι η πίστη και η αφοσίωση σε ένα οποιοδήποτε ιδεώδες, τούτη η ακατάλυτη μέριμνα για ό,τι ο ίδιος ο άνθρωπος – ανεξάρτητα από τους λόγους του –, πίστευε πως είναι αληθινό ή δίκαιο, έγινε κάτι στο όνομα του οποίου ήταν έτοιμος να αψηφήσει τα μεγάλα πλήθη («the big battalions» όπως χαρακτηριστικά γράφει), έστω κι αν αυτά συνταυτίζονταν με την ίδια την πραγματικότητα ή με τη μυστηριώδη δύναμη της ιστορίας.




Η μετάφραση των δοκιμίων του Ιζ. Μπερλίν στα ελληνικά από τον Γιώργο Μερτίκα και σε επιμέλεια του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου κυκλοφορεί ξανά από τις εκδόσεις «Κριτική», υπό το νέο τίτλο Το σαθρό υλικό του ανθρώπου με πρόλογο του Νικόλα Σεβαστάκη. Πρόκειται για ένα βιβλίο που ίσως σήμερα αξίζει να διαβαστεί περισσότερο από κάθε άλλη στιγμή ίσως μας βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα και να αγαπήσουμε κι εμείς ένα από τα λατρεμένα ρητά του συγγραφέα του, τούτη την επίμονη συμβουλή του κόμη Ταλλεϋράνδου προς τους δόκιμους γάλλους διπλωμάτες: «Και προπαντός, κύριοι, όχι ζήλο»*.



---



Isaiah Berlin

Το σαθρό υλικό του ανθρώπου

μετφ: Γιώργος Μερτίκας

επιμ Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος

προλ: Νικόλας Σεβαστάκης

«Κριτική», Αθήνα 2015