1. Mind the art
  2. Βιβλίο

«Το φελέκι μου μέσα»

Γιώργος Φ. Φωτιάδης

Κατάγεται από την Στυλίδα. Η μητέρα του, μια κλασική θρησκόληπτη γυναίκα της επαρχίας με καλό κι ευαίσθητο χαρακτήρα, είναι πολύ πιθανό να του έχει κληροδοτήσει κάτι από την ευσυγκινησία της. Ο πατέρας του, έχοντας υπηρετήσει στα ΛΟΚ προς το τέλος του Εμφυλίου, τον πήγαινε στο μοναδικό σινεμά της μικρής τους πόλης για να δουν μαζί πολεμικά φιλμ. Κι αργότερα, όταν άνοιξε το πρώτο βίντεο κλαμπ, νοίκιαζαν ασταμάτητα ταινίες της ίδιας θεματολογίας. Τώρα ο πατέρας του είναι πια γερασμένος, ημιπληγικός μετά από εγκεφαλικό και παρακολουθεί διαρκώς ειδήσεις στην τηλεόραση. Έχει δύο αδερφές: τη Γωγώ, τη μεγαλύτερη, που είναι παντρεμένη με παιδιά, τακτοποιημένη. Και τη μικρότερη, τη Ράνια… 


Η Ράνια είχε κατεβεί στην Αθήνα για να σπουδάσει σε μια Σχολή Σχεδίου. Όμως έμπλεξε με την ηρωίνη και τις κλοπές. Κι εκείνος έτρεξε, έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να ξεμπλέξει και τώρα η Ράνια γύρισε πια μόνιμα στη Στυλίδα. Και σε λίγο καιρό θα σταθεί στα πόδια της. Εκείνος ζει πια στην Αθήνα, στο διαμέρισμα της πλατείας Βικτωρίας που κληρονόμησε από την θεία Ζαφειρούλα. Καπνίζει ασταμάτητα Μάρλμπορο. Διαβάζει συστηματικά «Ιστορικά Θέματα» και «Στρατιωτική Ιστορία». Ερμηνεύει τον κόσμο κι όλα όσα συμβαίνουν γύρω του με κλασικές ατάκες ελληνικού σινεμά του ’60. Τρώει ακανόνιστες ώρες, συνήθως τοστ και κόκα-κόλα από τα Έβερεστ της γειτονιάς. Το σπίτι και τα ρούχα του τα φροντίζει η Μαρία, η Ρουμάνα που μένει στον πρώτο όροφο της πολυκατοικίας, που μάλιστα έχει δικό της κλειδί κι έρχεται μία φορά την εβδομάδα. Αλλά τις στολές του τις φροντίζει μόνος του. Είναι άριστος γνώστης της τουρκικής γλώσσας και αντιπαθεί τους τουρκοπαθείς και τουρκοφάγους. Το όνομά του είναι Σταύρος Βρανάς και είναι Λοχαγός της Διακλαδικής Διεύθυνσης Στρατιωτικών Πληροφοριών. Αποστολή του είναι να εξιχνιάσει ένα φόνο.



Με το «Έγκλημα στην ταξιαρχία» ο Σπύρος Λίγκας (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Βαγγέλη Αρεταίου, Αθήνα 1971) μας δίνει ένα αυθεντικό νουάρ μυθιστόρημα. Κι αυτό γιατί, αν το καλοσκεφτεί κανείς, οι περισσότερες ιστορίες με ήρωες μοναχικούς, αλκοολικούς ντετέκτιβ ή σκληροτράχηλους αστυνομικούς, ακόμη και πράκτορες μυστικών υπηρεσιών– ανεξάρτητα από το πόσο ζοφερές ή σφιχτοδεμένες κι αν είναι- είναι σχεδόν πάντοτε σωφρονιστικοί μύθοι, που εξιστορούν την αποκατάσταση της ισορροπίας και της τάξης μέσα σε μία κοινωνία. Οι δολοφόνοι αποκαλύπτονται, τα κλεμμένα πολύτιμα αντικείμενα επανακτώνται, οι παραβάτες τιμωρούνται, η δικαιοσύνη εν τέλει απονέμεται και έτσι αποκαθίσταται η πίστη μας για τον κόσμο όπου ζούμε: όλα θα πάνε καλά


Όταν αντιθέτως μέσα από τέτοιου είδους ιστορίες ο κόσμος μάς παρουσιάζεται με το πραγματικό του πρόσωπο –σκοτεινός και διαβρωμένος, ένας τόπος όπου βασιλεύουν το ψέμα, το μίσος, η διαφθορά και ο θάνατος- τότε μπορούμε με βεβαιότητα να μιλάμε για έναν κόσμο που έχει χάσει κάθε ελπίδα: τον μαύρο κόσμο, τον κόσμο του νουάρ. Γιατί το νουάρ δεν είναι λογοτεχνικό ή κινηματογραφικό είδος, δεν είναι στυλ, δεν έχει να κάνει με ασπρόμαυρο φιλμ, με ανασηκωμένους γιακάδες και καπέλα, με τζαζ σάουντρακ και βρεγμένα πεζοδρόμια. Όπως δείχνει και ο Λίγκας στο βιβλίο του, μπορεί κάλλιστα να είναι ράμπο του Λιμενικού που κακοποιούν λαθρομετανάστες σε κάποια απόμερη παραλία του Αιγαίου· «τουρκοφάγοι» πράκτορες των μυστικών υπηρεσιών που εσκεμμένα διοχετεύουν ψευδή στοιχεία και παραπλανούν αυτούς που οφείλουν να υπηρετούν· αστυνομικοί της Ασφάλειας που βασανίζουν μετανάστες, αναρχικούς και αντιεξουσιαστές και ταυτόχρονα συνεργάζονται με ακροδεξιές-νεοναζιστικές οργανώσεις, παραχωρώντας τους γκλομπ, ασυρμάτους, δακρυγόνα ακόμη και όπλα· δεξιοί βουλευτές που προσλαμβάνουν ακροδεξιούς-εθνικιστές τραμπούκους που τους παρουσιάζουν ως σωματοφύλακες ώστε να μπορούν να κυκλοφορούν με όπλα και αυτόματα.


Σε έναν τέτοιο μαύρο κόσμο, λέει ο Λίγκας, δε μπορεί να ελπίζει κανείς στη λύτρωση, ούτε στην ισορροπία των πραγμάτων. Αλλά μονάχα στην προσωρινή ασυλία. Όσο διαρκεί περίπου μια παλιά ελληνική ταινία –κατά προτίμηση με πρωταγωνιστή το Νίκο Κούρκουλο.

___

Σπύρος Λίγκας
«Έγκλημα στην ταξιαρχία»
(Πόλις, Αθήνα 2012)
σελ. 450