1. Cinema
  2. Κριτική ταινίας

I Don't Feel at Home in This World Anymore. | Πολεμώντας την απελπισία με χιούμορ

γράφει η Άλκηστη Ακτσόγλου


Η Ruth (Melanie Lynskey) αισθάνεται ότι είναι η μοναδική που προβληματίζεται από την αδιαφορία των ανθρώπων, ειδικά όταν έχει στόχο την ίδια. Όταν γίνεται διάρρηξη στο σπίτι της και δεν επεμβαίνει δυναμικά η αστυνομία, το ποτήρι ξεχειλίζει. Με την βοήθεια του ιδιότροπου γείτονά της, Tony (Elijah Wood), η Ruth παίρνει την κατάσταση στα χέρια της. Έτσι ξεκινά την αναζήτηση των διαρρηκτών, απόφαση που θα της αλλάξει την ζωή.


Παραγωγή του Netflix, η πρώτη σκηνοθετική και δεύτερη σεναριακή απόπειρα του ηθοποιού Macon Blair είναι ένα υβρίδιο crime, δράματος και μαύρης κωμωδίας. Η ταινία είναι σκηνοθετικά και σεναριακά αξιοπρεπής, παρόλο που ορισμένα γεγονότα συμβαίνουν απλά για να συνεχιστεί η πλοκή, όπως η τυχαία συνάντηση στο μαγαζί με τις αντίκες και οι παράλογες πράξεις των χαρακτήρων που οδηγούν στη προτελευταία σκηνή δράσης.


Οι χαρακτήρες είναι ιδιότροποι, ιδωμένοι μέσα από το συμπαθητικό βλέμμα του σκηνοθέτη, με την Ruth να μην αποτελεί εξαίρεση. Μοναχική, καταθλιπτική και με δίψα για εκδίκηση, η εξοργισμένη Ruth συμμαχεί με τον εξίσου μοναχικό και εκδικητικό Tony. Η χημεία των Lynskey και Wood και τα κατά κύριο λόγο αναπάντεχα αποτελέσματα των πράξεων τους αντισταθμίζουν μέχρι ένα σημείο τα θλιβερά αναπάντητα ερωτήματα που τίθενται για την σύγχρονη ζωή. Τα κίνητρά των πρωταγωνιστών είναι καλοδιατυπωμένα. Κάτι που δεν ισχύει και για τους κακούς, οι οποίοι είναι περισσότερο περιγράμματα παρά ολοκληρωμένοι, τρισυπόστατοι χαρακτήρες.


Σημάδι των καιρών, το κεντρικό θέμα της ταινίας είναι η υπαρξιακή απελπισία. Ενώ ασκεί κριτική πάνω στους αλλοιωμένους κοινωνικούς δεσμούς, ο Blair ενασχολείται με το πώς ένας άνθρωπος καταπατά τις αρχές του, όταν φτάνει στα όριά του. Η ταινία συμμερίζεται την οργή και την απογοήτευση της Ruth και του Tony και ταυτόχρονα αντιμετωπίζει τις απερίσκεπτες, προβληματικές πράξεις τους με συμπάθεια και χιούμορ. Ωστόσο, ο σκηνοθέτης διατηρεί κάποια απόσταση ώστε να αναρωτηθούμε για τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ αδιαφορίας και κοινωνικού κανιβαλισμού και για το δίπολο απαξίωσης και σεβασμού.


Η επιλογή των μουσικών κομματιών είναι προσεγμένη, ωστόσο, δεν χρησιμοποιείται με τον ίδιο τρόπο μέχρι το τέλος. Ελίσσεται μεταξύ της σιωπής και του κορεσμού της ιστορίας από αυτήν. Τέλος, η φωτογραφία περνάει αδιάφορη, αλλά η σκηνογραφία αξίζει έναν παραπάνω σχολιασμό. Τα μικροαστικά σπίτια των πρωταγωνιστών είναι δουλεμένα ένα-ένα, με τα αντικείμενα να μας αποκαλύπτουν περισσότερα για τους χαρακτήρες από όσα λένε οι ίδιοι.


Η ταινία τελειώνει κάπως παράφωνα, με το πρόσχημα της αληθοφάνειας να έχει πηδήξει προ πολλού από το παράθυρο. Αναρωτιέται κανείς μήπως η ταινία θα μπορούσε να διατηρήσει την δυναμική της, αν τελείωνε στην πρώτη μισή ώρα. Όμως, αν και μέτρια, στο σύνολό της είναι αξιόλογη. Ο Blair έχει χώρο για βελτίωση και διαθέτει μία αναζωογονητική ματιά. Αξίζει να την δείτε μόνο και μόνο για την σκηνή που η Ruth βρίσκει το κλεμμένο της λάπτοπ.