1. Cinema
  2. Κριτική ταινίας

Insyriated | Πού κατοικεί τελικά ο τρόμος στην εμπόλεμη ζώνη της Συρίας;

γράφει ο Πάνος Αχτσιόγλου

Σκηνοθεσία: Philippe Van Leeuw

Ηθοποιοί: Hiam Abbass, Diamand Bou Abboud, Juliette Navis



Πού κατοικεί τελικά ο τρόμος στην εμπόλεμη ζώνη της Συρίας; Έξω στους δρόμους, γεμάτους από πτώματα, κρατήρες βομβών και ελεύθερους σκοπευτές;


Ή μήπως μέσα στα σπίτια όλων αυτών που έχουν απομείνει ζωντανοί, περιμένοντας χωρίς ελπίδα να έρθει και γι' αυτούς το τέλος; Σε ένα τέτοιο διαμέρισμα λοιπόν, το οποίο στέκεται ακόμη όρθιο στο χαλασμό και αντιστέκεται βουβά μέσα στη δίνη ενός παράλογου και ασύλληπτα αιματοβαμμένου πολέμου, μας βάζει ο Βέλγος σκηνοθέτης του «Η Μέρα που ο Θεός Έφυγε Ταξίδι» Φίλιπ φαν Λέου, καταγράφοντας την ιστορία μιας οικογένειας που θα επιθυμούσε να μπορούσε απλά να εξαφανιστεί, να μην υπάρχει, να μην κινεί υποψίες, να μην ανασαίνει.


Κάνοντας από την αρχή ξεκάθαρη τη σκηνοθετική του πρόθεση ο φαν Λέου κινηματογραφεί σχεδόν με αισθητική ντοκιμαντερίστα (στην πραγματικότητα η αναλογία οθόνης είναι αυτή που χρησιμοποιείται σε ταινίες τεκμηρίωσης) τον τρόμο στα μάτια των μελών της μητριαρχικής οικογένειας, καθώς αντιλαμβάνονται ότι τίποτε ουσιαστικά δεν εμποδίζει το υπέρτατο κακό που παραμονεύει εκεί έξω από το να εισβάλλει και μέσα, φέρνοντας ακόμη περισσότερο πόνο και απόγνωση. Η τρεμάμενη κάμερα, ακολουθεί τους χαρακτήρες από την κουζίνα (το πιο «ασφαλές» δωμάτιο του σπιτιού) στο σαλόνι και από εκεί στο κλειστό μπαλκόνι, που φαντάζει ό,τι πιο τολμηρό μπορεί να επιχειρήσει ποτέ κανείς, τη στιγμή που στους δρόμους -ή τουλάχιστον σε ό,τι μπορούμε να διακρίνουμε, μαζί μας και οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές- επικρατεί το απόλυτο χάος.



Η απατηλή σπίθα οποιασδήποτε φυσιολογικότητας, διατηρείται ζωντανή από την μητέρα (ερμηνευμένη με υποβλητική στωικότητα από την σπουδαία Χιαμ Αμπάς) η οποία επιδεικνύοντας ατέρμονη αντοχή και αξιοθαύμαστη ψυχραιμία, επιχειρεί να προστατέψει τον υπέργηρο πατέρα, τα παιδιά, την οικιακή βοηθό, αλλά και τη νεαρή γειτόνισσα με το νεογέννητο παιδί της αυτή που αναμένεται να πάρει μέρος στη πιο συγκλονιστική και δύσκολα αντιμετωπίσιμη σκηνή ολόκληρης της ταινίας. Σε μια σκηνή όπου θα μπορούσε κανείς αλληγορικά να αντικρίσει μια ολόκληρη χώρα που ισοπεδώνεται μπροστά στα μάτια όλων αυτών που όφειλαν (ή οφείλουν ακόμη) να παρέμβουν.


Αυτό που καθιστά το «Εντός Ορίων» αναντίρρητα αποτελεσματικό και ταυτόχρονα αβάσταχτο σε στιγμές, είναι η τολμηρή επιλογή του σκηνοθέτη και σεναριογράφου του να μην αποστρέψει ούτε λεπτό το βλέμμα από τους χαρακτήρες και το δράμα τους (το οποίο περιέχει και ένα τραγικό μυστικό, που με τη σειρά του αποτελεί εργαλείο εξέλιξης της πλοκής) επιβάλλοντάς σου στη ουσία να βυθιστείς στο μαρτύριο μιας οικογένειας που δεν διαφέρει πραγματικά σε τίποτε από εμάς του ίδιους. Σκοπίμως το φιλμ δεν εισάγει στοιχεία που θα μπορούσαν να σε κάνουν να πάρεις τις αποστάσεις σου από αυτό που βλέπεις.


Κανείς δεν ξέρει ποιοι ακριβώς είναι οι χαρακτήρες, ποια η οικονομική τους κατάσταση, η θρησκεία ή η κοινωνική τους θέση. Και αυτό ακριβώς γιατί δεν θα έπρεπε να σε αφορά. Ακόμη και η μουσική επένδυση, η οποία σταδιακά χάνεται στο υπόβαθρο, δεν βασίζεται σε ανατολικά μελωδικά μοτίβα αλλά ηχεί απόκοσμα οικεία σε δυτικά αυτιά. Αυτός μοιάζει να είναι ο τρόπος με τον οποίο ο φαν Λέου θέλει να μεταδώσει μια αβάσταχτη αίσθηση του επείγοντος, αφήνοντάς σε να αναρωτιέσαι τι θα μπορούσες να κάνεις εσύ μπροστά σε τόσο θάνατο, σε τόσο πόνο.


Έτσι είναι λοιπόν η ζωή των αμάχων (των προσφύγων) στη Δαμασκό, στο Χαλέπι, στη Μοσούλη και τόσες άλλες πόλεις; Έτσι απολύτως, ίσως και χειρότερα. Και παρότι σε στιγμές οι αδυναμίες του σεναρίου γίνονται εμφανείς, με αχρείαστους διαλόγους που δίνουν την αίσθηση ότι υπάρχουν μόνο για να παραθέσουν πληροφορίες ή για να παρεκκλίνουν στο μελοδραματισμό, στο τέλος το «Εντός Ορίων» είναι ένα φιλμ που δεν διστάζει να μιλήσει ξεκάθαρα, μέσα από τα μάτια και τις καρδιές των αθώων του εμφυλίου συριακού πολέμου. Των θυμάτων που έχουν γίνει συνήθης είδηση στα δελτία (τόσο που πια δεν ανήκουν στα πρώτα θέματα) ή που αντιμετωπίζονται ως παρείσακτοι, όταν βρουν το θάρρος και την τύχη να εγκαταλείψουν την κόλαση που ζουν, αφήνοντας πίσω τους μια ολόκληρη ζωή. Μέσα σε αυτή την κινηματογραφική ειλικρίνεια λοιπόν (ίσως στην ωμή αποτύπωση των παράλογων ηθικών διλημμάτων που ο πόλεμος επιβάλει στα θύματά του) κρύβεται και η μεγαλύτερη αρετή του.



Η ταινία προβάλλεται στη Θεσσαλονίκη στις αίθουσες Σταύρος Τορνές και Φαργκάνη Art