1. Cinema
  2. Special screening

Le quai des brumes | Ένα από τα εξέχοντα παραδείγματα ποιητικού ρεαλισμού στο Σινεμά

γράφει ο Αλέξανδρος Ρέλλος


Το Λιμάνι των Απόκληρων (1938) ή Le Quai des Brumes, όπως είναι ο πρωτότυπος τίτλος, είναι μια ταινία του Marcel Carné σε σενάριο του Jacques Prévert βασισμένο στη ομώνυμη νουβέλλα του Pierre Dumarchais. Πρωταγωνιστούν ο Jean Gabin, ο Michel Simon και η Michèle Morgan.

Η ιστορία ακολουθεί ένα λιποτάκτη του στρατού, τον Jean (Gabin), ο οποίος βρίσκει, μαζί με τον έρωτα, πολλά μπλεξίματα σ' ένα σκοτεινό, γεμάτο καπνούς και ομίχλη, λιμάνι της Γαλλίας. Πίσω από τους καπνούς βρίσκονται πολλά: διαφθορά, έρωτας, δολοφονίες, ρομαντισμός, ελπίδα και απελπισία. Τι είναι όμως αυτό που θα βρει ο Jean;



O Carné υπογράφει ένα από τα εξέχοντα παραδείγματα ποιητικού ρεαλισμού στο Σινεμά ενώ κανείς δε μπορεί να μην παρατηρήσει τις εμφανείς και τόσο σημαντικές επιρροές της ταινίας στο μεταγενέστερο είδος -ή κατά πολλούς ύφος- του noir. Μέσα λοιπόν στην πυκνή ομίχλη που απλώνεται, το ήδη τότε δοκιμασμένο δίδυμο Gabin & Simon αδυνατεί να κρύψει το σκοτεινό παρελθόν του καθενός από τους χαρακτήρες τους. Ο Gabin δίνει ζωή σε μια φιγούρα ενός σκληρού τύπου που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο Sam Spade (Humphrey Bogart) από Το Γεράκι της Μάλτας (1941), η οποία καταρρίπτει την προηγούμενη ερμηνεία του στην ταινία του Jean Renoir, La Grande Illusion (1937). Εκεί, παίζει επίσης ένα στρατιώτη που είναι όμως σύμβολο της Γαλλίας και όχι ντροπή. Με αυτόν τον τρόπο ο Gabin όχι μόνο δεν τυποποιείται, αλλά δείχνει με θάρρος και θράσος την ευρεία γκάμα του. Δυστυχώς, ο Simon δεν στέκεται επάξια δίπλα στο συμπρωταγωνιστή του. Δίνοντας μια ερμηνεία καταβεβλημένη από ένα μόνιμο «κωμικό» τρόμο, αφήνει την εντύπωση ότι αργά ή γρήγορα θα στρίψει το σατανικό του μουστάκι -ή μάλλον γενειάδα. Μια ερμηνεία που δεν είναι σίγουρα εφάμιλλη με αυτή στο L'Atalante (1934) του Jean Vigo. Το γεγονός αυτό σίγουρα μοιάζει αταίριαστο με το υπόλοιπο φιλμ ειδικά όταν ο χαρακτήρας της Morgan δεν αποτελεί μια άλλη εξαντικειμενοποίηση της πρώιμης femme fatale, μα μία -σχεδόν καθόλη τη διάρκεια- ενεργή πρωταγωνίστρια που ενισχύεται από την προσωπικότητα και την εύστοχη ερμηνεία της ηθοποιού.


Σημειολογικά η ταινία παρέχει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Προφανώς, η γρήγορη πλοκή της και η ουσιαστική και όχι φλύαρη ή εντελώς αφαιρετική σκηνοθεσία εντείνουν ακόμα περισσότερο την καθήλωση του/της θεατή. Ωστόσο, ο Carné, το 1938, τολμά να χρησιμοποιήσει ένα κινηματογραφικό λεξιλόγιο, το οποίο δεν έκανε την εμφάνιση του σε αμερικανικές ταινίες πριν το 1960. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εμφάνιση της Morgan στο κρεβάτι του Gabin με νυχτικό. Από την άλλη, η απουσία ενός backstory του Jean -κάτι που θα ήταν και εντελώς περιττό- συμβάλλει στη δημιουργία ενός χαρακτήρα που ακόμα σχετίζεται με την εικόνα μιας ευπρεπούς ζωής, οδηγούμενης από ενστικτώδη βία. Οι χαρακτήρες μιλούν για Τέχνη και για ζωή, τα εκθειάζουν και μετά τα περιφρονούν. Το γεγονός ότι το Παρίσι αποτελούσε, κυρίως τη δεκαετία του 1920, το κέντρο του πολιτισμού και της κουλτούρας διαφαίνεται ξεκάθαρα σ' ένα φιλμ του οποίου τα θολά φώτα, τα υγρά καλντερίμια, η φιλοσοφική βαρύτητα των φαινομενικά ασήμαντων χαρακτήρων και η πεποίθηση ότι τίποτα δεν είναι σημαντικότερο από το πάθος όρισαν ένα εθνικό σινεμά το οποίο μπορεί να υποτάχθηκε στην οικονομική υπεροχή του Χόλλυγουντ, αλλά σε καμία περίπτωση δεν έχασε σε ομορφιά και κινηματογραφική αξία.



Η ατμόσφαιρα παραμένει πάντα ο κεντρικός χαρακτήρας και ενισχύεται σαφώς από τη φωτογραφία του Eugen Schüfftan που αποτυπώνει με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο την περιπλάνηση του Jean ανάμεσα στις ταλαιπωρημένες ψυχές της Χάβρης. Ο Carné και ο Prévert τοποθετούν την ομίχλη πάνω από το αχανές ερώτημα τού αν οι χαρακτήρες τους θα μπορέσουν να είναι ποτέ ελεύθεροι. Τελικά όμως και πολύ πετυχημένα Το Λιμάνι των Απόκληρων δηλώνει αβίαστα και τολμηρά ότι ποτέ δεν θα είναι.


«Όταν βλέπω έναν κολυμβητή, βλέπω έναν άνθρωπο που σύντομα θα πνιγεί».