1. Mind the art
  2. Θέατρο

Lemon, μια παράσταση ανάμεσα στη στεριά και τη θάλασσα

γράφει η Ιωάννα Λιούτσια

Το 1994 κυκλοφόρησε για πρώτη φορά σε βιβλίο το έργο Novecento, που επιγράφεται ένας θεατρικός μονόλογος. Ο Alessandro Bariccο, συγγραφέας του έργου, συστήνει στο κοινό τον θρυλικό πιανίστα των ωκεανών, τον Novecento, μέσα από τα μάτια του φίλου του Max Tooney. Τέσσερα χρόνια αργότερα ο Giuseppe Tornatore γύρισε ταινία βασισμένη σ' αυτό το κείμενο υπό τον τίτλο "La leggenda del pianista sull' oceano", ενώ τόσο μεγάλο ήταν το ενδιαφέρον για το κείμενο αυτό που μεταπήδησε μέχρι και στα κόμικς. Συγκεκριμένα, η ιστορία εμφανίζεται στο τεύχος 2737 του ιταλικού περιοδικού Topolino (αντίστοιχο του δικού μας Μίκυ Μάους) το 2008.



2018 έχουμε τώρα και το κείμενο αυτό είναι η αφορμή για δύο παραστάσεις που παίζονται τώρα στην Αθήνα. Η μία τιτλοφορείται Lemon και η άλλη Ο θρύλος του 1900. Εμείς παρακολουθήσαμε την πρώτη, της ομάδας Experimento, η οποία αφού πρωτοπαρουσιάστηκε εν πλω σε ferry boat στην Αντίπαρο, με θέα το ηφαίστειο της Σαντορίνης ή το λιμάνι του Λαυρίου, έριξε άγκυρα για το φθινόπωρο στο θέατρο RADAR στο μετρό Αγ. Ιωάννης.


Πρόκειται για μια διασκευή του ιταλικού πρωτότυπου καθώς τώρα τα πρόσωπα και οι αφηγητές επί σκηνής είναι δύο: ο Τούνυ και ο ίδιος ο θρυλικός πιανίστας, ο Χίλιαεννιακόσια. Την διασκευή όπως και τη σκηνοθεσία και την κίνηση έχει αναλάβει η Γεωργία Τσαγκαράκη. Θα μπω κατευθείαν στο θέμα. Τα τρία αυτά στοιχεία της παράστασης έχουν, ως φυσικό, έντονη αλληλεπίδραση το ένα με το άλλο, βαδίζουν χέρι χέρι. Το να τα έχει αναλάβει όλα ένα άτομο είναι δίκοπο μαχαίρι: ή που ξέρει πολύ καλά πού θέλει να το πάει και πρόκειται για ένα ολοκληρωμένο σχέδιο εργασίας ή που μπορεί να παγιδευτεί και να μην είναι σε θέση να δει καθαρά σε όλα αυτά τα επίπεδα. Δυστυχώς, η Τσαγκαράκη εγκλωβίστηκε στον δεύτερο δρόμο.


Η παράσταση είχε δραματουργικά προβλήματα που προέκυπταν όχι τόσο από αυτήν καθ'αυτήν τη διασκευή από έναν μονόλογο σε δύο μονολόγους – γιατί επί της ουσίας αυτό συνέβαινε, λίγα σημεία επικοινωνίας των δύο χαρακτήρων εντοπίσαμε, όσο επειδή το κείμενο φαινόταν άνισο. Ακόμη και κάποια καλά σημεία του κειμένου ή της παραστασιακής επιτέλεσης, δεν στέκονταν στο ύψος τους επειδή δεν είχε "χτιστεί" τίποτα προηγουμένως. Ήταν κάπως σαν σκόρπια ενσταντανέ χωρίς συνοχή. Ωστόσο το κείμενο αυτό καθ' αυτό είχε πολύ ωραίες στιγμές και αρκετό χιούμορ. Και σκηνοθετικά όμως: πώς παρουσιάζεις στο κοινό έναν θρυλικό πιανίστα (του οποίου την ύπαρξη δεν γνωρίζει από πριν) που η ιδιαιτερότητά του έγκειται στο ότι ποτέ του δεν πάτησε τη στεριά;

Η σκηνοθεσία ήταν κάπως επιδερμική. Αντί να μας δώσει όλο αυτό το χάος των σκέψεών του, των κυκεώνα των διλημμάτων του, ή ίσως το πώς ζει μες στο καράβι ή πώς αντιμετωπίζει τη στεριά, αναλώθηκε σε επιπόλαια τρικ και ευρήματα. Ναι, κάποια ήταν όντως καλά, μόνο που αποτελούσαν σπασμωδικές κινήσεις "για να μην βαρεθεί ο θεατής". Αδικαιολόγητες επίσης διάφορες σωματικότητες και κινήσεις – πώς δημιουργούνται; πώς προκύπτουν; πώς φτάνει κάποιος σ' αυτό το σημείο ή πού τον πάνε αυτές οι κινήσεις – όπως και η σχηματική χρήση παντομίμας στην έναρξη και στη λήξη. Η σκηνοθεσία έμοιαζε να πάσχει από horror vacui. Εντούτοις, δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε σε κάποια ενδιαφέροντα σημεία και εικαστικού ενδιαφέροντος όπως πχ το πιάνο ως πλοίο απ' όπου δοκιμάζει να κατέβει ο Χιλιαεννιακόσια ή η τελική εικόνα με το πιάνο και τον πιανίστα.


Αν και λένε ότι η αρχή είναι το ήμισυ του παντός, ευτυχώς στην περίπτωση μας που από τη μέση και μετά συνδεθήκαμε περισσότερο με τα επί σκηνής τεκταινόμενα, η έναρξη δεν ήταν ικανή να μας επηρεάσει αρνητικά στη συνολική μας κρίση. Ομολογώ, πως οι δύο ηθοποιοί προσπαθούσαν με όλο τους το είναι και όλα τους τα μέσα να κρατηθούν "ζωντανοί" απέναντι στο αδηφάγο ζώο που λέγεται κοινό. Ο Μελαχρινός Βελέντζας ως Χίλιαεννιακόσια είχε πάρα πολύ ηψηλή ενέργεια και διαθεσιμότητα και στην ουσία κράτησε την παράσταση. Ο Γιώργος Δρίβας παρουσιάζει αρκετές αδυναμίες – κυρίως στην άρθρωση και εκφορά του λόγου. Οι παρατονισμοί δεν έλειπαν κι από τους δύο, ωστόστο το κύριο πρόβλημα ήταν μάλλον ο συνδυασμός τους. Η υποκριτική τους γραμμή πατούσε σε διαφορετικές ράγες και μόνο λίγες στιγμές συναντώνταν. Ο ρυθμός τους όμως ήταν καλός και μάλλον αυτός που κράτησε και την παράσταση ως το τέλος.

Σε μικρές επμέρους σημειώσεις θα ήθελα να προσθέσω ότι βρήκα κάπως προβληματικό τον σχεδιασμό των φωτισμών (Μαρία Αθανασοπούλου), με φώτα που διαχέονταν ή που έκαιγαν το ένα το άλλο, ή κάτι ροζ φίλτρα χωρίς προφανή λόγο στο επάνω επίπεδο. Τα κοστούμια (Κέλλυ Σταματοπούλου) και τα σκηνικά (Νατάσα Τσιντικίδη) και αντιπροσωπευτικά της εποχής και του ύφους και λειτουργικά με ουσιαστικό τρόπο (ιδιαιτέρως τα δεύτερα). Στα συν της παράστασης τα σακουλάκια με ένα λεμόνι – έκπληξη που μας περίμενε στις θέσεις μας, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο ενεπλάκη στην παράσταση ακόμη κι η όσφρηση του θεατή.


Εν τέλει, πρόκειται για μια τίμια δουλειά. Υπήρχε καλή πρόθεση και προσπάθεια από όλους τους συντελεστές και σίγουρα αξίζει μια δοκιμή. Μόνο που, μια παράσταση για έναν τόσο εμμονικό πιανίστα, έναν σχεδόν μάγο – μουσικό, μήπως θα έπρεπε να είναι μια περισσότερο μουσική παράσταση; Μήπως τελικά η πραγματική πρωταγωνίστρια είναι η μουσική;