1. Cinema
  2. Κριτική ταινίας

Lines (Γραμμές) | Η τελευταία ταινία του σκηνοθέτη, σεναριογράφου & παραγωγού Βασίλη Μαζωμένου

γράφει ο Πάνος Αχτσιόγλου

Σκηνοθεσία: Βασίλης Μαζωμένος

Ηθοποιοί: Άννα Καλαϊτζίδου, Θέμης Πάνου, Τάσος Νούσιας



Η τελευταία ταινία του σκηνοθέτη, σεναριογράφου και παραγωγού Βασίλη Μαζωμένου μοιάζει με ένα, αφενός μεν εκφραστικό, αφετέρου δε μεγαλεπήβολο εγχείρημα ευαισθητοποίησης απέναντι στη συνεχιζόμενη τραγωδία της Ελλάδας της κρίσης, που όμως πλήττεται σημαντικά από τη μεθοδευμένη θεατρικότητα, αλλά και το στιλιζαρισμένο διδακτισμό του


«Για όλους είναι δύσκολα», απαντά συγκαταβατικά κάποια στιγμή ο τηλεφωνητής του κέντρου ψυχολογικής υποστήριξης «Γραμμή Ζωής» σε έναν από τους ισοπεδωμένους χαρακτήρες της ταινίας οι οποίοι, σε μια πράξη ύστατης απόγνωσης, απευθύνονται σε αυτό αναζητώντας έστω μια μικρή ανάσα αισιοδοξίας, μια ίσως ουτοπική αίσθηση παρηγοριάς. Για τον σκηνοθέτη Βασίλη Μαζωμένο όμως, υπάρχουν αυτοί για τους οποίους τα πράγματα είναι πολύ δυσκολότερα. Το αδιέξοδο μεγαλύτερο και αναπόδραστο. Γι' αυτούς, μόνο μια λύση φαντάζει εφικτή. Μια λύση που, μόνο στη σκέψη της, απαξιώνεται οτιδήποτε σχετίζεται με την ανθρώπινη φύση και προσωπικότητα. Στην Ελλάδα του σήμερα, μια κοινωνία σε ολοκληρωτική κατάρρευση, επτά άνθρωποι βυθίζονται στο απόλυτο σκοτάδι και εκεί στο όριο μεταξύ ζωής και θανάτου αναρωτιούνται τι έφταιξε, ποιο είναι τελικά το μερίδιο της δικής τους ευθύνης και γιατί αυτή η ατέλειωτη νύχτα που τους σκεπάζει απειλητικά, δεν πρόκειται να ξημερώσει ποτέ.



Εμπνευσμένος από τις περίπου 4.000 αυτοκτονίες που συνέβησαν στην Ελλάδα της κρίσης, ο σκηνοθέτης του «Guilt» και «10η Μέρα» προσπαθεί τόσο φιλόδοξα, όσο και με περίσσιο διδακτισμό να απεικονίσει επτά συγκλονιστικές, εν μέρει πραγματικές ιστορίες ανθρώπων-θυμάτων της οικονομικής και κοινωνικής εξαθλίωσης που βιώνει τα τελευταία χρόνια η χώρα του, οι οποίοι απαγγέλλουν τον προσωπικό τους (και συλλογικό ταυτόχρονα) επικήδειο, απλώνοντας παράλληλα το χέρι σε μια ύστατη ανάγκη για επικοινωνία και επαφή με τον συνάνθρωπο. Ο σκηνοθέτης, στην ένατη μεγάλου μήκους απόπειρά του, αποτυπώνει εύστοχα μια πραγματικότητα στην οποία κανείς δεν μπορεί να θεωρηθεί απόλυτα υπεύθυνος ή απόλυτα ένοχος, σκιαγραφώντας ταυτόχρονα ολοκάθαρα αυτούς που χωρίς να τους έχει ζητηθεί επωμίζονται όλα τα δεινά του κόσμου. Μετατοπίζοντας την χαλαρά υφασμένη, επεισοδιακή αφήγηση, από την ταράτσα μιας οικοδομής, στους απρόσωπους διαδρόμους μιας πολυεθνικής εταιρίας και από το μικρό εργοστάσιο αντιγράφων αρχαιοελληνικών γλυπτών, στους γεμάτους αναταραχή δρόμους της πόλης ή στα χέρσα χωράφια (αυτοί οι τόποι, εξάλλου, αποτελούν και τους τίτλους των μικρών ιστοριών που πραγματεύεται), επιχειρεί να συνθέσει μια σύγχρονη ελληνική τραγωδία γύρω από την αδυνατότητα του να μην αφήσει οποιονδήποτε ανεπηρέαστο μια τόσο βαθιά και αδιέξοδη οικονομική, πολιτική και αξιακή κρίση. Και ενώ σε στιγμές δείχνει να τα καταφέρνει, το έκδηλο στιλιζάρισμα και η ξεχειλωμένη ποιητικότητα (πλαισιωμένη σε στιγμές από αχρείαστες θρησκευτικές αναφορές) γεμίζουν το φιλμ με επιτήδευση που μοιάζει τελικά να κρατά σε απόσταση το θεατή, αφενός από το δράμα και αφετέρου από την ταύτισή του με το φιλμικό αντικείμενο, κάτι το οποίο το φιλμ ξεκάθαρα δεν επιθυμεί. Επιπλέον, οι υπαινικτικές ονειρώδεις παρεμβολές μέσα στις μικρές και εσκεμμένα ελλιπείς ιστορίες, φαντάζουν κραυγαλέες και χωρίς ιδιαίτερη συνοχή, σαν να χρησιμοποιούνται μόνο ως στοιχείο καλλιτεχνικού εντυπωσιασμού ή ως μέσο ενίσχυσης της συνατρακτικότητας των στιγμών που διαδραματίζονται.


Πάντως, το φιλμ που έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο Διαγωνιστικό Τμήμα του Black Nights Film Festival στο Ταλίν της Εσθονίας το 2016 κερδίζοντας θετικές εντυπώσεις, παρότι τελικά δεν κόβει τόσο βαθιά όσο θα ήθελε, κατορθώνει σε στιγμές να καθρεφτίσει με αυθεντικότητα τις συνέπειες μιας ηθικής και συναισθηματικής χρεοκοπίας, μέσα από ανεπαίσθητες - και οξύμωρες ως προς τη φόρμα του- κινήσεις ανθρωπιάς και αντίστασης, όπως στο συγκλονιστικό εναρκτήριο μονοπλάνο του εξαθλιωμένου ζευγαριού της «Ταράτσας» ή τον δωρικό σπαραγμό του Τάσου Νούσια καθώς ορθώνεται ημίγυμνος μπροστά στα απειλητικά φώτα της μπουλντόζας στο «Χωράφι». Παρόλα αυτά, για τον σκηνοθέτη (όπως και για τους χαρακτήρες της ταινίας του), φαίνεται ότι είναι πια πολύ αργά. Οι κραυγές αγωνίας καταστέλλονται βίαια ή μετατρέπονται σε φοβισμένους ψιθύρους, οι «λύκοι» βρίσκουν ευκαιρία να ασελγήσουν πάνω σε ημιθανή κουφάρια και τελικά, στην άλλη μεριά της «Γραμμής», μοιάζει να μην υπάρχει κανείς.




Η ταινία προβάλλεται στη Θεσσαλονίκη στον κινηματογράφο Ολύμπιον 2 Παύλος Ζάννας