1. Mind the art
  2. Βιβλίο

O Βαγγέλης Προβιάς στον Exostispress.gr

της Γιώτας Κωνσταντινίδου

O Βαγγέλης Προβιάς, μας συστήθηκε αυτό το καλοκαίρι με το πρώτο του βιβλίο, ‘Τα μαύρα παπούτσια της παρέλασης.’’ Ιστορίες σύγχρονες, καθημερινές, νατουραλιστικές, από αυτές που αναγνωρίζεις κομμάτια σου και περιστατικά της ζωής σου. Είναι το βιβλίο που το βάζεις σε περίοπτη θέση στη βιβλιοθήκη, να νιώθεις που είναι, εκείνο που δανείζεις και σου το επιστρέφουν αμέσως με χαρά και ενθουσιασμό. Ένας μικρός θησαυρός.




Πετυχημένος κειμενογράφος στο χώρο της διαφήμισης, η συγγραφή ήταν μια ανάγκη που έπρεπε να καλυφθεί;


Ως άνθρωπος της διαφήμισης γνωρίζω πολύ καλά την ισχύ των γραπτών να «επιδρούν» στους ανθρώπους, να αλλάζουν την συμπεριφορά τους, την άποψή τους, την εικόνα που έχουν για κάτι. Το ζήτημα είναι ότι στην διαφήμιση αυτή η επίδραση έχει κυρίως εμπορικούς σκοπούς, ή στην καλύτερη περίπτωση κοινωνικά «υπευθύνους». Στην λογοτεχνία, από την άλλη, οι καλογραμμένες ιστορίες έχουν ακόμα μεγαλύτερη επίδραση – και, κατά την άποψη μου, για πιο πρωτεύοντα και αρχετυπικά θέματα. Με ένα καλό βιβλίο πήραμε κουράγιο για τα βάσανά μας, είδαμε ότι δεν είμαστε μόνοι σε αυτήν την ζωή, διδαχτήκαμε με βιωματικό, άρα πιο ουσιαστικό τρόπο, γνωρίσαμε την ποικιλία της ζωής και των ανθρώπων, κοντολογίς γίναμε καλύτεροι, δηλαδή ανοιχτότεροι άνθρωποι. Αυτή την δύναμη της αφήγησης ζήλεψα, ζήλευα πάντα, από τα μικράτα μου – και με αυτήν την φιλοδοξία, να αφήσω ένα μικρό - μικρό αλλά ορατό σημάδι στις καρδιές και τα μυαλά των ανθρώπων έγραψα και γράφω. (Α, και σας ευχαριστώ για το επιτυχημένος, θα ήθελα κάποτε να το αξίζω και για την ιδιότητα του αφηγητή ιστοριών…)




Στο χώρο της διαφήμισης, συνήθως προβάλλονται επίπλαστοι κόσμοι, άνθρωποι με ιδανικές ζωές, στο πρώτο σας βιβλίο, ξεπηδούν μέσα από αυτοτελείς ιστορίες, τα προβλήματα της καθημερινότητας. Θέλατε να αποδώσετε αληθινές ζωές;


Δεν είχα κάνει ποτέ αυτή την σύνδεση και ομολογώ ότι μου κάνει «καμπανάκι»… πολύ μάλιστα! Λέτε να είναι τόσο «ατελείς» ή «μαύρα αισιόδοξες» (όπως τις λένε οι εκδότριες, οι κυρίες Λούβρου των εκδόσεων ΟΛΚΟΣ) οι ιστορίες μου ώστε να κάνουν ρεαλιστικό αντίβαρο στην τελειότητα της διαφημιστικής απεικόνισης της πραγματικότητας; Αν ναι, ας πιούμε μία πορτοκαλάδα μπλε στην υγειά του  υποσυνείδητού μου, διότι εγώ αυτό δεν το έκαμα εσκεμμένα, καθόλου!


Πάντως για να υπερασπιστώ και την διαφήμιση, πάνε πια πολλά χρόνια που έχει αφήσει πίσω την εξιδανίκευση και την ωραιοποίηση. Ακολούθησε και σε αυτό όπως σε πολλά άλλα την λογοτεχνία και άρχισε να απευθύνεται στο κοινό πιο ρεαλιστικά. 





’Τα μαύρα παπούτσια της παρέλασης’’, ο τίτλος και το πρώτο διήγημα. Γιατί αυτός ο τίτλος;


Το ένστικτό μου είχε δώσει αυτόν τον τίτλο στην συλλογή των ιστοριών που έφτασε ως χειρόγραφο ακατέργαστο και ορμητικό σαν χείμαρρος στα γραφεία του ιστορικού εκδοτικού οίκου ΟΛΚΟΣ. Θα χρειαστεί πάλι να ρωτήσουμε το υποσυνείδητό μου γιατί και πως. Οι εκδότριες κυρίες Λούβρου, στη συνέχεια, όταν τόλμησα για λόγους επιβεβαίωσης να αναρωτηθώ «είμαστε εντάξει με αυτόν το τίτλο;» με κοίταξαν αυστηρά και δεν μου έδωσαν περιθώριο να αμφισβητήσω την βιτρίνα του βιβλίου. Πάντως η συγκεκριμένη ιστορία καταφέρνει να ενσωματώνει ένα πολύ μεγάλο κομμάτι από το «προσωπικό σύμπαν» από το οποίο αισθάνομαι ότι αναδύονται οι ιστορίες μου. Άρα, δικαιωματικά πρωταγωνιστεί στο εξώφυλλο του βιβλίου.






Σε αρκετές ιστορίες μέσα στο βιβλίο, ( Το αμάρτημα της μητρός μου, Χριστουγεννιάτικο δώρο, Μάνα μου, Ελλάς, Σούπερ μάρκετ γαλήνη, Ευτυχισμένος θάνατος), είναι κυρίαρχη η φιγούρα της ελληνίδας μάνας, επηρεάζει, πρωτοστατεί στις αναμνήσεις, κατευθύνει τις μετέπειτα ζωές των παιδιών της. Εσείς, αφιερώνετε το βιβλίο και στη μητέρα σας. Είναι η περσόνα της μάνας καθηλωτική για τις ζωές μας, υπήρξε η δική σας σχέση με τη μητέρα σας το ίδιο εμβληματική;


Μισώ λεπτό να φορέσω την ζακέτα μου πριν σας απαντήσω, γιατί έπιασε καλοκαιρινή ψυχρούλα… Λοιπόν, η μητέρα - κάθε ανθρώπου η μητέρα - είναι και καθηλωτική και ανυψωτική, μας πεθαίνει και μας ανασταίνει, μας δίνει ζωή αλλά και μας παραλύει, είναι ευεργετική αλλά και φοβερή, τρομάζει και ενθαρρύνει, μας φροντίζει αλλά και μας ευνουχίζει, υπάρχει και εξαφανίζεται, βρίσκεται στα κύτταρα μας αλλά και επιθυμούμε να την ξεφορτωθούμε. Δεν το λέω εγώ, ο Φρόιντ τα έχει πει καλλίτερα και πιο εμπεριστατωμένα αιώνα πριν. Όσον αφορά στην παρουσία της δικής μου μητέρας στις ιστορίες στα «Μαύρα Παπούτσια της Παρέλασης» θέλω να πιστεύω ότι κατόρθωσα να την μετασχηματίσω. Και ότι κατάφερα να αποστασιοποιηθώ από τις εμπειρίες μου μαζί της ώστε να τις αποστάξω σε ενδιαφέρουσα αφήγηση – όπως είναι και το πρωταρχικό τεχνικό χρέος κάθε συγγραφέα που δε θέλει να ομφαλοσκοπεί. Και που τον ενδιαφέρει να διαβάζεται, να γίνεται κατανοητός και να προκαλεί συναισθήματα.



Είναι τα προβλήματα, τα γεγονότα, που πρωταγωνιστούν στις ιστορίες σας ή οι άνθρωποι που τα διαχειρίζονται;


Πιστεύω ότι όπως και στην ζωή, σε μία καλή ιστορία χρειάζεται ισορροπία, αρμονία ανάμεσα στο ανθρώπινο και το μοιραίο: αν τα γεγονότα σέρνουν τον χορό κινδυνεύεις να είσαι «συμπτωματικός», να γράφεις ιστορίες επειδή απλώς κάτι καλό ή κακό έτυχε στον ήρωά σου. Αν πάλι οι άνθρωποι – πρωταγωνιστές είναι παντοδύναμοι και καθορίζουν απολύτως την μοίρα τους κινδυνεύεις να είσαι μη ρεαλιστής – ποιος έχει τον απόλυτο έλεγχο της ζωής του; Ελπίζω στις ιστορίες στα «Μαύρα Παπούτσια» να πλησίασα την αξιοζήλευτη αυτή και τόσο απαραίτητη ισορροπία.


Που θα πει ότι δεν είχα κάποια πρόθεση γράφοντας τις να υπερισχύουν ή οι καταστάσεις ή οι άνθρωποι. Τουλάχιστον δεν το έκανα συνειδητά. Η συμβουλή μου – σκονάκι προς κάθε αναγνώστη είναι να «βιώσει» τις ιστορίες με τον τρόπο που εκείνη/εκείνος θέλει. Συναισθηματικό, ψυχικό, ενστικτώδη, σαν πλοκή, σαν ανατροπή, σαν περιγραφή κόσμου, σαν λαθραία φλασιά σε ιστορίες ανθρώπινων ζωών, συνδυάζοντάς όλα αυτά ή κάποια… ό, τι νιώθει!




Ένα κεφάλαιο πριν το τέλος, ‘’Οπτιμισμός’’, διαφορετικό στη δομή από τα υπόλοιπα, έρχεται να υπενθυμίζει ως οπτιμιστικό στοιχείο τον ατέρμονο κύκλο ζωής;


Αυτήν η ιστορία είναι μία απόπειρα ελλειπτικότερου γραψίματος που ξεκίνησε από την εγωιστική ανάγκη μου να αισιοδοξήσω και να παρηγορηθώ. Ήταν η εποχή, πριν από λίγα χρόνια, που οι ειδήσεις ήταν γεμάτες από δημοτικές και δημόσιες βιβλιοθήκες που έκλειναν λόγω έλλειψης χρηματοδότησης, από βιβλιοπωλεία που χρεοκοπούσαν και από βιβλία που αποτύγχαναν. Η ζωή πράγματι κάνει κύκλους και η κρίση ακολουθείται από την ευημερία (εύχομαι) – άρα ελπίζω σύντομα να μου γεννηθεί η επιθυμία να γιορτάσω ότι όλα αρχίζουν και πηγαίνουν καλλίτερα και να γράψω κάτι αντίστοιχο. Ελπίζω να παρατηρήσει πάντως ο προσεκτικός αναγνώστης ότι το «περίεργο» αυτό κείμενο έχει και μία ακόμα ανάγνωση: ότι δηλαδή δεν είναι απαραίτητη η ύπαρξη μίας ευημερούσας αγοράς για να δημιουργηθεί, από όσους έχουν το κάλεσμα, τέχνη…




Παράλληλες καθημερινές ιστορίες. Ο κάθε άνθρωπος βιώνει στο δικό του παράλληλο κόσμο, τη δική του παράλληλη ιστορία σε ένα κοινό κόσμο με παράλληλες ιστορίες. Ξεχνάμε να εστιάσουμε στα κοινά μας στοιχεία με τους ανθρώπους και εμμένουμε στις διαφορές μας;


Οι άνθρωποι πράγματι ξεχνάμε πολλά. Όπως να εστιάζουμε σε αυτά που μας ενώνουν, αντί σε αυτά που μας χωρίζουν. Να λέμε κανένα μπράβο στον εαυτό μας πότε – πότε, αντί να είμαστε αυστηροί μαζί του. Να χαρούμε τις διαφορές μας, αντί να απαιτούμε την απόλυτη ταύτιση με τον άλλο. Ξεχνάμε να εκτιμάμε τα άυλα και πνευματικά, αντί να τα μετράμε όλα με μέτρο την ύλη. Να είμαστε τρυφεροί με το σώμα, το δικό μας και το άλλο, αντί να δίνουμε τόση σημασία στην εμφάνισή μας. Να συνεργαζόμαστε αντί να ανταγωνιζόμαστε. Να βουτάμε σε αγκαλιές αντί να εξετάζουμε τα βλέμματα για ύποπτες σκέψεις… Και πολλά ακόμα. Ευτυχώς η λογοτεχνία, στην πιο αληθινή της μορφή, μπορεί να μας φέρει στα συγκαλά μας. Και έτσι να κάνει τον κόσμο πιο ανοιχτό και με λιγότερες ιστορίες αλλά και ανθρώπους που δεν συναντιούνται ποτέ.




Προσπαθώ να ξεχωρίσω μια ιστορία, αυτή που με άγγιξε πιο πολύ ή ήταν πιο κοντά σε μένα. Κλείνοντας τα μάτια, όμως, ξεχωρίζω διάσπαρτα κομμάτια που με συγκίνησαν, είναι τα διάσπαρτα κομμάτια του εαυτού μας που αναγνωρίζουμε σ’ αυτές τις ιστορίες;


Η ετυμολογία της λέξης «αγγίζω» είναι από την λέξη εγγύς, κοντινός. Χαίρομαι και συγκινούμαι όταν άνθρωποι απολύτως άγνωστοι μου λένε ότι τους «άγγιξαν», δηλαδή ήρθαν κοντά τους, κομμάτια από τις ιστορίες στα «Μαύρα Παπούτσια». Αυτή ήταν η μεγαλύτερη φιλοδοξία μου, η εγγύτητα προς τον ξένο, τον άγνωστο, τον άλλο. Όσον αφορά το αποσπασματικό αυτής της εγγύτητας… με κίνδυνο να ακουστώ υπερφίαλος θα πω ότι με ενθαρρύνει ακόμα περισσότερο – γιατί το ερμηνεύω ως μία ένδειξη ότι αυτό που συγκινήθηκε δεν ήταν το μυαλό, ή η ανάγκη του αναγνώστη για πλοκή με συνέχεια, ή η αναζήτηση της απόλαυσης της αλληλουχίας, αλλά κάτι βαθύτερο: η ψυχή και η δίψα της για συναίσθημα.




Είστε εισηγητής σε σεμινάρια δημιουργικής γραφής. Τι διδάσκετε εκεί; Είναι σημαντικό να εκφραζόμαστε ολοκληρωμένα γραπτώς και να κοινωνούμε αυτά που θέλουμε;


Οι συγγραφείς δεν διδάσκονται, σε καμία περίπτωση. Όμως ενθαρρύνονται. Και μάλιστα πολύ. Στα μαθήματα δημιουργικής γραφής κάποιος έχει την ευκαιρία να κερδίσει χρόνο ακούγοντας πράγματα που αν τα ανακαλύψει μόνος θα χρειαστεί να μαθητεύσει επί μακρόν, να μάθει τεχνικές και συντομότερους δρόμους και να γνωρίσει την πρακτική πραγματικότητα της ζωής του συγγραφέα. Μετά είναι απολύτως ελεύθερος να αποφασίσει αν θα θελήσει να ντυθεί αυτήν την ομολογουμένως απαιτητική ταυτότητα. Πρώτα όμως χρειάζεται να την γνωρίσει. Αυτό ακριβώς κάνουμε στα εργαστήρια δημιουργικής γραφής. Επιπλέον, μαθαίνουμε (και εγώ μαζί, γηράσκω αεί διδασκόμενος) να γράφουμε ιστορίες. Αυτό που σίγουρα δεν κάνουμε είναι να «κολλάμε» στο ξεσπασματικό και ομφαλοσκοπικό γράψιμο – είναι βέβαια απαραίτητο στάδιο για κάθε άνθρωπο που γράφει, κάτι σαν το μπουσούλημα… αλλά δεν θα μπορέσεις να προχωρήσεις στην ζωή αν δεν μάθεις να περπατάς, έτσι δεν είναι;




Υπάρχουν βλέψεις για δεύτερο βιβλίο;


Καθώς καταλαγιάζει το πρώτο κύμα της έντασης που έσκασε στην ζωή μου στις αρχές Ιουνίου, αμέσως μετά την έκδοση των «Μαύρων Παπουτσιών»… καθώς προσπαθώ να ελέγξω την παιδική σχεδόν χαρά μου για την εξαιρετικά γενναιόδωρη υποδοχή τους από ανθρώπους που θαυμάζω και εκτιμώ… καθώς αφομοιώνω την εμπειρία της κυκλοφορίας του πρώτου βιβλίου σε μυαλά, καρδιές και βιβλιοπωλεία και μάλιστα μια εποχή που δεν αγαπά το γράψιμο και το διάβασμα... κατά έναν αξιοθαύμαστο τρόπο ξεκλέβω λίγο χρόνο και χώρο μυαλού και ετοιμάζω το επόμενο χτύπημα. Δεν είναι εύκολο, δεν είναι απλό… αλλά το δεύτερο βιβλίο κάνει κάποιον συγγραφέα – επιπλέον, κάτι πρέπει να γίνει όλη αυτή η γεμάτη αγάπη ενέργεια με την οποία έχω βομβαρδιστεί τους τελευταίους μήνες – και για την οποία ευγνωμονώ καθημερινά την ζωή.

Όχι πως δεν έχουμε ακόμα πολύ περπάτημα με τα Παπούτσια… την Πέμπτη στις 16 Οκτωβρίου θα φτάσουμε στον Ιανό στην Θεσσαλονίκη για την πατροπαράδοτη παρουσίαση στην πόλη που ενέπνευσε κάποιες από τις ιστορίες του βιβλίου.