1. Cinema
  2. Κριτική ταινίας

Suburbicon | Κοινωνική κριτική με το γάντι

γράφει η Άλκηστη Ακτσόγλου

Το Fargo (Joel και Ethan Coen, 1996) συναντά το Pleasantville (Gary Ross, 1998) στην ταινία μυστηρίου Suburbicon (2017), τη νέα σκηνοθετική απόπειρα του George Clooney. Με σενάριο των Coen, ο Clooney και ο συνσεναριογράφος του, Grant Heslov, αποπειρώνται να αφομοιώσουν στο δικό τους όραμα τα χαρακτηριστικά των Coen – αποτυχημένα εγκλήματα, μη συμπαθητικοί χαρακτήρες, μαύρο χιούμορ, βία ιδωμένη μέσα από κωμική υπερβολή – αποτυγχάνοντας να δημιουργήσουν ένα ενιαίο φιλμικό κείμενο.



Η ειδυλλιακή ζωή μίας μεσοαστικής οικογενειακής γειτονιάς ταράζεται από την άφιξη των νέων γειτόνων τους, μίας οικογένειας Αφροαμερικανών, τους Mayers (Leith M. Burke, Tony Espinosa, Karimah Westbrook). Ταυτόχρονα, η βίαιη εισβολή στο σπίτι των Lodge οδηγεί στον θάνατο της μητέρας του Nicki (Noah Jupe). Όταν ο Nicki παρατηρεί πως ο πατέρας του, Gardner (Matt Damon), και η θεία του, Margaret (Julianne Moore), φέρονται παράξενα, αρχίζει να υποψιάζεται ότι κάτι κρύβουν.


Οπτικά ο Clooney δεν απογοητεύει. Τα πλάνα είναι προσεγμένα και οι ηθοποιοί προσπαθούν να κάνουν καλή δουλειά με το υλικό που τους παρέχεται (ο Jupe και ο Oscar Isaac, στον ρόλο ενός ασφαλιστή, είναι ό,τι καλύτερο έχει να μας δώσει η ταινία υποκριτικά). Η σκηνογραφία αναβιώνει ικανοποιητικά την δεκαετία του '50, ενώ από τα πιο οπτικά όμορφα κάδρα και σκηνικά αποτελούν τα γραφεία της δουλειάς του Gardner, όπου τα χωρίσματα των γραφείων χωρίζουν το κάδρο σε πολλαπλά επίπεδα.


Αφηγηματικά, ωστόσο, η ταινία είναι προβληματική. Χρησιμοποιεί το ένα κλισέ μετά το άλλο και αν κάποιος/α έχει δει το trailer, τότε δεν θα ξαφνιαστεί ιδιαίτερα. Οι ίδιοι οι χαρακτήρες είναι αλλοπρόσαλλοι και οι επιθυμίες τους αλλάζουν αδικαιολόγητα και επανειλημμένα. Αδυνατούν να μας εμπλέξουν συναισθηματικά και καταλήγουμε να αδιαφορούμε για την τύχη τους. Ο μόνος λόγος που ανησυχούμε για τον Nicki – εξίσου ελλιπής χαρακτήρας – είναι γιατί είναι ένα παιδί που βρίσκεται σε κίνδυνο. Το ψυχικό του τραύμα επιχειρείται να αναπτυχθεί μόνο όταν συμφέρει την πλοκή. Το ίδιο συμβαίνει και με την στάση του Gardner και της Margaret προς αυτόν· θυμούνται ότι είναι επικίνδυνος για τα σχέδιά τους όποτε τους συμφέρει. Η βίαιη απόφασή τους φαίνεται ακραία και η μετέπειτα αλλαγή γνώμης του Gardner φαίνεται αβάσιμη και δίχως νόημα.



Αντιπαραθέτοντας την υπερβολή με τον ρεαλισμό, οι σεναριογράφοι σχολιάζουν το αμερικάνικο όνειρο και μας παρουσιάζουν την υποκρισία και τη μνησικακία που κρύβονται μέσα του. Έτσι, οι χαρακτήρες τοποθετούνται σε ένα ρεαλιστικό πλαίσιο υποκρισίας και βίας με τους λευκούς να μην ανέχονται τους Αφροαμερικανούς γείτονές τους και να στρέφονται εναντίον τους. Το εγκληματικό ένστικτο των Lodge δικαιολογείται από το μαζικά βίαιο περιβάλλον στο οποίο ζουν. Ωστόσο, η βίαιη τάση τους φαίνεται υπερβολική και απλοϊκή μέσα από τη σύγκριση με τη ρατσιστική βία, ένα περίπλοκο θέμα, ειδικά στο σύγχρονο πολιτισμικό πλαίσιο της Αμερικής. Δεν τίθεται εύκολα η σύγκριση και ο παραλληλισμός μεταξύ μίας οικογένειας που είναι θύμα βίας, όπως οι Mayers, και μίας άλλης που βλάπτει τον εαυτό της μέσα από τις επιλογές της. Άλλοι παράγοντες ωθούν στον ρατσισμό και άλλοι στον φόνο και το πρόβλημα της ταινίας είναι ότι αναπτύσσει την μία πτυχή επιφανειακά και την άλλη απλοϊκά.


Εξάλλου, δεν γίνεται να συγκριθούν, αφού η ίδια η ταινία παραμερίζει την οικογένεια Mayers και απλά μας δείχνει μερικές κομβικές στιγμές στην ιστορία τους. Δεν της δίνεται αρκετός διάλογος – ο κος Mayers δεν έχει καμία ατάκα – και οι λιγοστές σκηνές τους αδυνατούν να μας δώσουν στοιχεία για τους χαρακτήρες τους.


Ο Clooney επιχειρεί να φτιάξει μία ταινία των Coen χωρίς την ικανότητα των Coen. Προσπαθώντας να ενώσει το δικό του στυλ με το δικό τους, αποτυγχάνει να μεταφέρει τη μαύρη κωμωδία των Coen και βρίσκεται μεταξύ δράματος και κωμωδίας χωρίς να είναι σίγουρος προς ποια κατεύθυνση να στραφεί. Το αποτέλεσμα είναι ένα πασάλειμμα κοινωνικής κριτικής με αδιάφορους χαρακτήρες και μία ταινία που βρίσκεται σε πόλεμο με τον ίδιο της τον εαυτό.