1. Cinema
  2. Κριτική ταινίας

TDF 21 / Φεστιβαλικό Ημερολόγιο: «Acid Forest»

Από την Άλκηστη Ακτσόγλου

O παλμός του Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης



Acid Forest / Όξινο Δάσος / Rūgštus Miškas (2018)

Τμήμα: Film Forward, Λιθουανία

Σκηνοθεσία: Rugilė Barzdžiukaitė


Μέσα στο Juodkrantė, ένα λιθουανικό δάσος, τουρίστες ανεβαίνουν μία σειρά σκαλοπατιών που οδηγούν σε μία ξύλινη εξέδρα. Από εκεί το τοπίο που ορθώνεται γύρω τους μοιάζει μεταποκαλυπτικό: πεσμένοι κορμοί κείτονται ανάμεσα σε αποσκελετωμένα δέντρα, το πράσινο της άνοιξης είναι ελάχιστο και προβάλει δειλά δίπλα τους. Σε αυτό το νεκροταφείο δέντρων, ο βασιλιάς του οικοσυστήματος είναι ο κορμοράνος. Η περιοχή που έχει επιλέξει για τις φωλιές του είναι πλούσια σε φαγητό, με τη διπλανή λίμνη να του παρέχει ψάρια και τα νεκρά δέντρα να του παρέχουν έντομα. Ως προστατευόμενο είδος της περιοχής, κανείς δεν μπορεί να τον πειράξει, ενώ η έλλειψη των φυσικών εχθρών έχει οδηγήσει σε αύξηση του πληθυσμού του. Αν και αυτά είναι καλά νέα για το είδος, δεν ισχύει το ίδιο για το δάσος. Η οξύτητα των περιττωμάτων τους μετατρέπει το έδαφος σε ακατάλληλο χώρο για την ύπαρξη των αρχαίων πεύκων. Έτσι, αυτά πεθαίνουν και οι κορμοράνοι εξαπλώνονται σταδιακά πέρα από την αρχική τους περιοχή.


Το Όξινο Δάσος είναι ντοκιμαντέρ παρατήρησης και η πρώτη σκηνοθετική απόπειρα της κινηματογραφίστριας Rugilė Barzdžiukaitė, η οποία της χάρισε το βραβείο Swatch Art Peace Hotel στο Φεστιβάλ του Locarno. H Barzdžiukaitė έχει φτιάξει ένα αρμονικό πορτρέτο του ευαίσθητου οικοσυστήματος της περιοχής, με το τρίπτυχο άνθρωπος-δάσος-κορμοράνος να κατέχει την ίδια σημασία στην αφήγηση. Η προσεγμένη φωτογραφία αποκαλύπτει την έκταση της καταστροφής μέσα από τα γενικά πλάνα, με τα κοντινά στους κορμούς να διαστίζουν την επιτακτικότητα του προβλήματος. Τα κοντινά χρησιμοποιούνται περισσότερο για τα πτηνά, ενώ το ανθρώπινο στοιχείο παραμένει απομακρυσμένο, τοποθετημένο σε γενικά πλάνα. Τα απόκοσμα τοπία με τα σκελετωμένα δέντρα, σαν νεκροί γίγαντες, που χορεύουν από τον αέρα σε συνδυασμό με τον ψυχρό φωτισμό δίνουν περισσότερο την εντύπωση ότι είναι σκηνικό ταινίας τρόμου ή πυρηνικής καταστροφής (ορισμένοι από τους τουρίστες σχολιάζουν ότι μοιάζει με ταινία του Χίτσκοκ).


Αποφεύγοντας τη σύμβαση του κλασικού περιβαλλοντικού ντοκιμαντέρ με την χρήση του voice over για να δώσει τις πληροφορίες, η Barzdžiukaitė επιλέγει να αφήσει τους ανθρώπους που φτάνουν στην εξέδρα να μιλήσουν για αυτό.


Αποσπάσματα αυθεντικών διαλόγων μας δίνουν τις αντιφατικές πληροφορίες και μας αποκαλύπτουν τις διχασμένες απόψεις των ανθρώπων. Ενώ άλλοι χαίρονται για την παρουσία των κορμοράνων, άλλοι τους θεωρούν παράσιτα και συζητούν τους κατάλληλους τρόπους για τον περιορισμό τους. Η ομορφιά σε αυτό το ντοκιμαντέρ, πέρα από τη φωτογραφία και τον ρυθμό, είναι ότι η σκηνοθέτις σε αφήνει να επιλέξεις τη δική σου θέση πάνω στο περίπλοκο ζήτημα και δεν σου προσφέρει μία απλή λύση για ένα τέτοιο δίλημμα. Ακόμη, σε αφήνει να αναλογιστείς το δυσοίωνο γεγονός ότι μία περιβαλλοντική καταστροφή, που υποθάλπεται από τους ευρωπαϊκούς νόμους, έχει μετατραπεί σε τουριστική ατραξιόν.