1. Cinema
  2. Κριτική ταινίας

​TIFF 59 / Φεστιβαλικό Ημερολόγιο: #Day 7

γράφει η Σωτηρία Παπαντωνίου

Ο παλμός του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης


Η πιθανόν πιο μουντή και κρύα μέρα του Φεστιβάλ φωτίστηκε από μία ταινία ελληνικής συμπαραγωγής του Διαγωνιστικού Τμήματος: Η Δουλειά της / Her Job σε σκηνοθεσία του Νίκου Labôt και σενάριο του ίδιου και της Κατερίνας Κλειτσιώτη. Ένα φιλμ που εισχωρεί στην ελληνική μικροαστική πραγματικότητα και παρουσιάζει με κινηματογραφικούς όρους το τι συμβαίνει σε χιλιάδες νοικοκυριά εν καιρώ οικονομικής και, κατ' επέκταση, αξιακής κρίσης. Η Δουλειά της είναι μία από τις ταινίες που μπορούν να θερμάνουν τον ψυχρό χειμωνιάτικο καιρό και κατορθώνει να αφηγηθεί μία ιστορία αισιόδοξη στην καρδιά της πεσιμιστικής, σκοτεινής εποχής της κρίσης.


***

Η Δουλειά της (2018)


Section: International Competition (IC) / Ελλάδα, Γαλλία, Σερβία


Σκηνοθεσία: Νίκος Labôt


Σενάριο: Νίκος Labôt, Κατερίνα Κλειτσιώτη


Το φιλμ εισάγεται με κοντινά πλάνα, που παρουσιάζουν την καθημερινότητα μίας ελληνίδας μητέρας (Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου) και την καθιερωμένη ιεροτελεστία καθαρισμού του σπιτιού της. Η Παναγιώτα είναι μία άνεργη νοικοκυρά, χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, που ζει με τον επίσης άνεργο και αντιπαθή άνδρα της (Δημήτρης Ήμελλος) και τα παιδιά τους στη σύγχρονη Ελλάδα της κρίσης. Ο Κώστας είναι ένας αρνητικός και πιεστικός άνθρωπος, που υποβιβάζει τη σύντροφό του, και η έφηβη κόρη τους είναι επιθετική και ράθυμη. Όλα τα οικιακά καθήκοντα εναποτίθενται σε ένα άτομο, στη μητέρα, που τρέχει να καλύψει τις επιθυμίες του συζύγου και των παιδιών της. Όταν μία γειτόνισσα την ενημερώνει για το άνοιγμα ενός εμπορικού κέντρου στην περιοχή και την επακόλουθη προσφορά νέων εργασιακών ευκαιριών, η Παναγιώτα, παρά την καταφανή έλλειψη εμπειρίας, τολμά να δώσει συνέντευξη για δουλειά και προσλαμβάνεται ως καθαρίστρια.


Η αναπαράσταση της τυπικής μικροαστικής ελληνικής οικογένειας εν καιρώ κρίσης δομείται με σαφήνεια. Οι χαρακτήρες έχουν αναλάβει διακριτούς ρόλους με τη μητέρα να επωμίζεται όλες τις οικιακές εργασίες, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο σύζυγός της διαθέτει άπλετο ελεύθερο χρόνο. Όταν η Παναγιώτα αρχίζει να εργάζεται, οι ρόλοι αλλάζουν: ο Κώστας τη μεταφέρει στη δουλειά της, ασχέτως αν δυσανασχετεί συνεχώς με τη νέα του υποχρέωση, και αναγκάζεται να αναλάβει κάποιες από τις δουλειές του σπιτιού, όπως και η μέχρι πρότινος αντιδραστική κι επιθετική έφηβη κόρη.


Η Παναγιώτα αρχίζει να απολαμβάνει μία πρωτοφανή ανεξαρτησία. Η δουλειά δεν της προσφέρει μόνο τα απαραίτητα χρήματα, αλλά τη βοηθά να αναπτύξει φιλικούς δεσμούς με άλλες γυναίκες, να ανοίξει τον πρώτο της λογαριασμό σε τράπεζα, να μάθει οδήγηση, να γνωρίσει τον κόσμο εκτός των στενών ορίων του σπιτιού της. Η δουλειά τη βοηθάει να αποκτήσει τελικά τη δική της φωνή, που έμοιαζε να μην υπάρχει, καθώς έχει εσωτερικευτεί από τη χρόνια παραμονή στο σπίτι.


Η απέρριτη επιλογή πλάνων, συχνά εκτενούς διάρκειας, και το απλό μοντάζ λειτουργούν καταλυτικά στην αφήγηση, ενώ η θεματική παραπέμπει σε ταινίες κοινωνικού ρεαλισμού, οι οποίες θέτουν ζητήματα κλάσης, εστιάζουν σε προβλήματα της εργατικής τάξης και σε κοινωνικά αδιέξοδα. Το καταλυτικό στοιχείο διαφοροποίησης του φιλμ από άλλα κινηματογραφικά κείμενα, που αναφέρονται σε αντίστοιχες πολιτικές και οικονομικές συνθήκες, είναι ότι επικεντρώνεται σε μία ανειδίκευτη, χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, νοικοκυρά. Η Παναγιώτα υποτιμάται συνεχώς από τον σύζυγό της, που μπορεί κατά διαστήματα να φέρεται ευγενικά και ήπια, αλλά δυσκολεύεται να αποδεχτεί την αντιστροφή των μέχρι πρότινος καθορισμένων ρόλων τους. Ενώ εκείνος αρνείται να ψάξει ενεργά για δουλειά, υποβιβάζει τη γυναίκα του, όταν την προσλαμβάνουν, και αντιδρά επιθετικά στις νέες αξιώσεις που διεκδικεί. Η επί χρόνια καθιερωμένη ιεραρχία του σπιτικού κλονίζεται και μαζί καταρρίπτει το βάθρο του άνδρα συζύγου, που οφείλει να έχει τον τελευταίο λόγο στην οικογενειακή ζωή. Η ερμηνεία της Τριανταφυλλίδου είναι μινιμαλιστικά εκφραστική, καθώς μόνο μέσα από ένα βλέμμα εκφράζει όσα δεν τολμά πολλές φορές να αρθρώσει ο χαρακτήρας που υποδύεται.


Επιτέλους, μία ταινία αποτίνει φόρο τιμής στις γυναίκες εκείνες, οι οποίες προ κρίσης φρόντιζαν τα παιδιά και το σπιτικό, είτε ήθελαν να αναλάβουν αυτόν τον ρόλο είτε όχι, στις γυναίκες που δεν προχώρησαν τις σπουδές τους, για να παντρευτούν, και στις μητέρες χωρίς πρότερη εργασιακή εμπειρία. Ένα βαθιά πολιτικό και κοινωνικό φιλμ, που αντιστρέφει τους πατροπαράδοτους έμφυλους ρόλους της ελληνικής οικογένειας και δίνει φωνή σε όλες τις γυναίκες, που περιορίζονταν τόσα χρόνια εντός της οικίας τους.


Η ταινία προβάλλεται ξανά στις 9/11, στις 22:30, στην αίθουσα Τζον Κασσαβέτης.