1. Cinema
  2. Κριτική ταινίας

Το «Dogman» είναι μία ανελέητη ταινία που δεν φοβάται να φέρει στο φως έναν πολύ σκοτεινό κόσμο

γράφει ο Γιώργος Δήμογλου

Section: Special Screenings



Το «Dogman», η νέα ταινία του Matteo Garrone, επιλέχθηκε από την Ιταλία ως η επίσημη πρόταση της χώρας για το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης ταινίας, και όχι άδικα. Μπορεί να μην είναι ανάμεσα στις κορυφαίες του, όπως το «Gomorra» (2008) και το «Tale of Tales» (2015), είναι όμως με διαφορά μία από τις δριμύτερές του, με την ερμηνεία του πρωταγωνιστή της, Marcello Fonte, να βρίσκεται στην κορυφή της (ο οποίος και βραβεύτηκε για το «Dogman» στο φετινό Φεστιβάλ Καννών).


Ο βασικός χαρακτήρας της ταινίας μοιράζεται το όνομά του με τον Marcello Fonte, ο οποίος τον υποδύεται. Ο Marcello είναι ένας καχεκτικός φροντιστής σκυλιών, του οποίου η αγάπη για τον καλύτερο φίλο του ανθρώπου είναι αδύνατο να παραμείνει ανέκφραστη. Ο αγαθός χαρακτήρας του έρχεται σε σύγκρουση με μερικά άτομα στον περίγυρό του, και ειδικά με τον Simone (στον ρόλο ο Edoardo Pesce), έναν πρώην παλαιστή, ο οποίος έχει πια μεταμορφωθεί σε έναν βίαιο διαρρήκτη, κλέφτη και χρήστη ουσιών. Ο Marcello του παρέχει ναρκωτικά, αν και φαίνεται πως επιθυμεί να ξεφύγει από αυτή τη ζωή. Παρ' όλα αυτά, ο δρόμος αυτός της απόδρασης αποδεικνύεται πολύ πιο δύσβατος από όσο περίμενε.


Ο πρωταγωνιστής μας ξεχωρίζει για την καλοσύνη του, την αγάπη του για την κόρη του, και την πίστη του προς τους φίλους του. Το κοινό γρήγορα ταυτίζεται μαζί του. Ο αδύναμος χαρακτήρας του όμως δεν ταιριάζει σε μία ζωή βουτηγμένη στη παρανομία, και για αυτό τον λόγο ο Simone δεν διστάζει να τον εκμεταλλευτεί, όποτε τον χρειάζεται. Από την αρχή γίνεται αισθητή η ανισορροπία που διακρίνει τη σχέση τους, και από εκεί πηγάζει το ενδιαφέρον μας για τη ζωή τους. Φαίνεται πως είναι φίλοι, αλλά συγχρόνως καθίσταται προφανές πως ο Simone δεν ενδιαφέρεται καθόλου για τον Marcello και τα προβλήματα που συνεχώς του προκαλεί. Αυτή η ανισορροπία οδηγεί και τον χαρακτήρα του Simone στη θέση του βασικού ανταγωνιστή της ταινίας. Τότε, συνειδητοποιούμε πως ο Marcello είναι στη πραγματικότητα εντελώς μόνος του.


Οι χαρακτήρες των Garrone, Chiti και Gaudioso δύσκολα δεν θα τραβήξουν τη προσοχή μας στην αρχή της ταινίας. Το ίδιο ισχύει και για τη ψυχρά, σκληρά κάδρα του κινηματογραφιστή Nicolaj Brüel, στα οποία πρωταγωνιστεί ο φυσικός φωτισμός. Ωστόσο, η ταινία παρουσιάζει μερικά θέματα σε σχέση με τον ρυθμό﮲ δεν είναι μεγάλη σε διάρκεια, αλλά στα μισά του δρόμου φαντάζει να χάνει κάπως τον προσανατολισμό της και να επαναλαμβάνεται. Βέβαια, η κορύφωση και το τέλος της αφήνουν ανεξίτηλο το σημάδι τους στον/τη θεατή, χάρη στον αιματηρό και ωμό τους χαρακτήρα.


Ίσως μερικοί να εκνευριστούν από την σκοτεινή και απαισιόδοξη ματιά της ταινίας, η οποία δεν έχει να προσφέρει καμία λύση, καμία λύτρωση. Για κάποιους, η ταινία θα αποτύχει λόγω αυτής της επιλογής, για άλλους θα θριαμβεύσει. Προσωπικά, μάλλον τοποθετούμαι κάπου στη μέση: αφενός, η ταινία σε καμία περίπτωση δεν ψεύδεται, ούτε και είναι απαραίτητο να έχει ένα happy ending. Αφετέρου, ο πρωταγωνιστής της καταντά μάλλον δισδιάστατος, καθώς παραμένει ίδιος και απαράλλαχτος από την αρχή μέχρι το τέλος. Ακόμα κι όταν κάνει το μεγάλο βήμα προς την αλλαγή της ζωής του, το κάνει αναζητώντας την επιβράβευση των άλλων, και η ταινία το γνωρίζει αυτό (όπως φαίνεται από τα τελευταία της λεπτά). Συνεπώς, δεν παρουσιάζει ουσιώδεις αλλαγές που να συνιστούν ένα αρκετά ισχυρό τόξο μεταβολής, για να διατηρήσει ακέραιο το ενδιαφέρον μας μέχρι και τους τίτλους τέλους.


Σε κάθε περίπτωση, το «Dogman» είναι μία ανελέητη ταινία, η οποία δεν φοβάται να φέρει στο φως έναν πολύ σκοτεινό κόσμο και να δείξει τις πιο ακραίες του πτυχές. Και αυτό το θάρρος της, αν μη τι άλλο, είναι ένας βασικός λόγος για τον οποίο ξεχωρίζει ανάμεσα σε άλλα κοινωνικά δράματα της χρονιάς.