1. Cinema
  2. Κριτική ταινίας

TIFF59 | Ισόβιοι Δεσμώτες / Chained for Life

Γιώργος Δήμογλου

Section: International Competition


Δύο είναι οι κόσμοι της ταινίας «Ισόβιοι Δεσμώτες», μία ταινία που ήδη από τον τίτλο της προσπαθεί να φέρει στη μνήμη μας exploitation ταινίεςόπως το «Freaks» του 1932 και το ομώνυμο «Chained for Life» του 1952 (με το οποίο δεν υπάρχει άλλο κοινό σημείο, πέραν του τίτλου). Οι ταινίες αυτές έγιναν γνωστές για τη προσπάθειά τους να σοκάρουν, χρησιμοποιώντας άτομα με ειδικές ικανότητες όπως ανθρώπους δίχως όλα τους τα μέλη, ή σιαμαία δίδυμα. Το «Ισόβιοι Δεσμώτες», η δεύτερη μόλις ταινία του Aaron Schimberg, προσπαθεί να φέρει τα παρασκήνια στο προσκήνιο, να αποκαλύψει το πλαίσιο μίας ταινίας σαν και αυτές, όπως είναι διαμορφωμένο και πίσω από τις κάμερες. Εκεί γίνεται ο πρώτος διαχωρισμός κόσμων, αλλά δεν είναι ο μόνος.


Βασικοί χαρακτήρες της ταινίας είναι οι Mabel και Rosenthal (ερμηνεύουν οι Jess Weixler και Adam Pearson, αντίστοιχα), δύο ηθοποιοί που συμπρωταγωνιστούν στη πρώτη ταινία ενός αγνώστου, γερμανικής καταγωγής σκηνοθέτη (ο οποίος, όπως πιστεύουν οι ηθοποιοί και το συνεργείο του, δεν είναι μάλλον Γερμανός). H Mabel είναι επαγγελματίας, όμορφη, γλυκιά και ευγενική, ό,τι χρειάζεται για να αναδειχθεί σε μεγάλη σταρ. Ο Rosenthal από την άλλη δεν είναι ηθοποιός, αλλά λόγω της σπάνιας ασθένειάς του, ζητείται να συμμετέχει:πάσχει από νευροϊνωμάτωση, το σώμα και το πρόσωπό του είναι συνεπώς παραμορφωμένα. O Herr Σκηνοθέτης (στον ρόλο ο Charlie Korsmo) επιθυμεί να αφηγηθεί μία ακόμα ιστορία τύπου «Η Πεντάμορφη και το Τέρας», όπου ο πανέμορφος χαρακτήρας της Mabel ερωτεύεται τελικά τον ρόλο του Rosenthal, παρότι αυτός είναι ένα «τέρας». Εκτός των γυρισμάτων, η Mabel προσπαθεί όντως να γνωρίσει τον Rosenthal και να συνδεθεί μαζί του, μολονότι η παραγωγή τους κρατά χωρισμένους, καθώς αυτός διαμένει σε ίδρυμα μαζί με άλλα άτομα με αναπηρία και εκείνη στον χώρο όπου βρίσκονται οι υπόλοιποι ηθοποιοί και τα μέλη του συνεργείου.


Δύο όψεις, όπως προαναφέρθηκε, συναντάμε σε πολλαπλά επίπεδα: η ταινία ξεσκεπάζει τον διπλό κόσμο των γυρισμάτων (μπροστά και πίσω από τις κάμερες), καυτηριάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει η κοινωνία άτομα με αναπηρία εντός και εκτός μιας καλλιτεχνικής σκηνής, διαγράφει όποια σύνορα υπάρχουν μεταξύ ταινίας, ονείρων και πραγματικότητας, και ξεχωρίζει για την ίδια τη διττή της φύση∙ το «Ισόβιοι Δεσμώτες» παραμένει διχασμένο, καθ' όλη τη διάρκειά του, ανάμεσα στο καλλιτεχνικό και mainstream ύφος του.


Πριν ακόμα από την αρχή της, η ταινία μας εισάγει άμεσα στο θέμα της, παραθέτοντας ένα κείμενο που συζητά την «αντικειμενική ομορφιά» που πρέπει να χαρακτηρίζει έναν σταρ-ηθοποιό. Η ομορφιά όμως αυτή δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα εφήμερο χαρακτηριστικό, σε αντίθεση με τη προσωπικότητα ενός ατόμου. Ο Schimberg μας θυμίζει συνεχώς πως η ομορφιά της ψυχής έχει σημασία, διότι δεν φθείρεται με τα χρόνια, αλλά μόνο με τους ανθρώπους, οι οποίοι πολλάκις επιλέγουν να παραγκωνίζουν κοινωνικά καθετί το διαφορετικό. Επιπλέον, καταδικάζει τη μεταχείριση ατόμων με αναπηρία από την ίδια τη βιομηχανία του κινηματογράφου, ο οποίος τους/τις εκμεταλλεύεται μόνο προς ίδιον όφελος, για προσωπική ανάδειξη και καλλιτεχνική καταξίωση, ενώ συγχρόνως αποκαλύπτει τον αδικαιολόγητο φόβο της κοινωνίας προς αυτούς τους ανθρώπους.


Η σάτιρα αυτή δεν θα είχε σε καμία περίπτωση την ίδια δυναμική, αν δεν πρωταγωνιστούσε ο Adam Pearson. Ο Pearson είναι ένας Βρετανός ηθοποιός, ο οποίος πράγματι πάσχει από νευροϊνωμάτωση και αγωνίζεται, κάνοντας εμφανίσεις σε ταινίες, ντοκιμαντέρ και τηλεοπτικά προγράμματα, για να πάψει ο εκφοβισμός και η περιθωριοποίηση ατόμων με αναπηρία. Η ερμηνευτική προσέγγιση του χαρακτήρα του Rosenthal αναντίρρητα αποτελεί κορυφαίο σημείο του «Ισόβιοι Δεσμώτες». Την ίδια στιγμή, η ταινία γοητεύει με μία σκηνοθεσία κοντά στους/τις ήρωές/ίδες της, τα πολύχρωμα κάδρα της και τον αβίαστο μονταζιακό της ρυθμό. Η Sofi Marshall βρίσκεται πίσω από την επεξεργασία της ταινίας, και χάρη στα ευφυή της κοψίματα πετυχαίνει συχνά να ξεγελάσει τον/την θεατή, ενώνοντας σκηνές γυρισμάτων, όνειρα και πραγματικότητα σε μία εμπειρία.


Το τέλος της ταινίας ίσως να υπονομεύεται εν μέρει από μία σκηνή-μονόπλανο, η οποία, σε αντίθεση με την υπόλοιπη ταινία, είναι τυλιγμένη σε αίνιγμα, και ενώ προσποιείται ότι δίνει απάντηση σε μία γραμμή υποπλοκής, την αφήνει δίχως λύση. Παρ' όλα αυτά, παραμένει τωόντι ένα καθηλωτικό εγχείρημα από αρχή μέχρι τέλους, το οποίο ξεχειλίζει από πρωτοτυπία και καλλιτεχνική αυτοπεποίθηση.