1. Θέματα

Tο ταξίδι της Νεφέλης

Βασιλεία Λου


Έτσι όταν εσύ είσαι μακριά και χαμογελάς

εγώ δεν μπορώ να σε δω.

Είσαι μακριά και ποτέ δεν ήρθες πιο κοντά.

Μα τι με έπιασε;

Τρώω κοτόσουπα στο μπαλκόνι,

αστείρευτη πηγή έμπνευσης.

Μοναχικό το εστιατόριο και σήμερα.

Κάπου εδώ σκέφτομαι τι θα ήταν ιδανικά πλασμένο

γι'αυτή τη στιγμή μελαγχολίας.

Ένα παγωτό ή ένα χάδι αδέσποτης γάτας;

Και ένα καράβι να με περίμενε στην είσοδο δεν θα με χαλούσε.

Το μόνο που θέλω είναι να φύγω τώρα.

Η κοτόσουπα κρύωσε και το τσιγάρο μου έσβησε.

Ένας ελέφαντας μου δίνει τη προβοσκίδα του να κατέβω

(ο μοναδικός ψηλομύτης που με επισκέπτεται).

Του ζήτησα να πάμε κάπου να καπνίσω

και μου τραγούδησε πως μπορώ να καπνίσω επάνω του,αρκεί να μην τον ερωτευτώ.

Όταν με ρώτησε το όνομα μου θόλωσα

και του απάντησα αυθόρμητα Νεφέλη.

Γέλασε με το ψέμα μου, σαν να με γνώριζε χρόνια.

Ούτε στα πιο τρελά όνειρα σου δεν θα σε έλεγαν Νεφέλη, μου φώναξε.

Δεν ήξερα πως οι ελέφαντες είναι τόσο μοναχικοί.

Μου έβαλε να ακούσω ένα τραγούδι και γρήγορα με πήρε ο ύπνος.

Ήθελε να με μαγέψει, γιατί είχα το θράσος να με ονομάσω Νεφέλη.

Τα όνειρα που είδα επάνω του ήταν υπέροχα, σε συνδυασμό φυσικά με το μαγευτικό του τραγούδι.

Μια δυνατή βροχή ξεσπάει και με κάνει μούσκεμα, ορμάω κάτω και τρέχω σε κήπους, φτάνω σε μια τεράστια πόρτα και θυμήθηκα ένα τεστ ψυχολογίας που είχα κάνει κάποτε. Έτσι αποφασίζω να μπω.

Ευτυχώς που μπήκα συλλογίζομαι καθώς περπατάω σε ένα φαρδύ ασύμμετρο δρόμο.

Χαιρετάω δυο γνωστούς που κάποτε ήταν κάτι παραπάνω από γνωστοί και κάθομαι σε ένα ζαχαροπλαστείο να φάω ένα γλυκό.

Ανάβω ένα τσιγάρο και το καπνίζω με μανία, λες και θα έρθει πιο γρήγορα το σιρόπι.

Ο ευγενικός σερβιτόρος μου δίνει μαζί με το γλυκό και ένα χαρτί με το τηλέφωνο του

(νοστημούλης σκέφτομαι, αλλά το σοκολατένιο επιδόρπιο μου καλύτερο).

Έτσι το τρώω γρήγορα, δίχως να το ευχαριστηθώ και φεύγω.

Ψάχνω τη χώρα που έχει μόνο φεγγάρι, πότε ο ήλιος δεν την καταδέχεται.

Ρωτάω δυο τύπους στο δρόμο, που τη ψάχνουν και αυτοί και τους ακολουθώ.

Συζητούσαμε για διάφορα θέματα κατά τη διαδρομή. Οι απόψεις μας δεν ταίριαζαν, αλλά είχε ενδιαφέρον η όλη ένταση.

Τελικά τους την έσπασα, ίσως ήμουν λίγο δήθεν και γι'αυτό με παράτησαν.

Αποφασίζω βιαστικά να γυρίσω πίσω και να βρω το σερβιτόρο, αλλά δεν έχω πια τον αριθμό του, βασικά δεν έχω καν τηλέφωνο.

Θα περιμένω μέχρι να σχολάσει, είπα.

Τελικά είχα δίκιο ήταν πιο όμορφος, χωρίς την άσπρη ποδιά και τα ρέστα στο χέρι.

Με θυμήθηκε και ήρθε προς το μέρος μου με σιγουριά, λες και με περίμενε.

Με έπιασε από το χέρι και μου είπε πως αν δεν τηλεφωνούσα και δεν εμφανιζόμουν,

θα έριχνε με τον ίδιο τρόπο κάποια άλλη. Περιττή ειλικρίνεια, αλλά σεβαστή.

Μόλις του είπα ότι με λένε Νεφέλη, με άρπαξε και με φίλησε.

Τον έπεισα για το όνομα μου!

Και ξαφνικά εκεί που με αγκάλιαζε το στήθος του νιώθω στη πλάτη μου ένα χτύπημα,

ο ελέφαντας!

Πρόσεχε τι κάνεις, μου φώναξε και έφυγε απογοητευμένος.

Το επόμενο πρωί ξύπνησα μεθυσμένη σε μια πλατεία γεμάτη πλανόδιους μουσικούς.

Όλοι έπαιζαν το τραγούδι του ελέφαντα.

Με λένε Νεφέλη είπα, εγώ πρέπει να τραγουδάω εδώ.

Και η φωνή μου χύθηκε στη πλατεία με τις αιωρούμενες νότες.

Ο σερβιτόρος σερβίρει γλυκά και μοιράζει τον αριθμό του στα κορίτσια.

Ο ελέφαντας ξεναγεί στη χώρα της νύχτας τους τύπους που με παράτησαν.

Τώρα πια η κοτόσουπα έχει γίνει κατεψυγμένη κότα,

και το όνομα μου αόρατο.

Τώρα ναι! Πρέπει να προσέχω γαμώτο.