1. Cinema
  2. Εξώστης Θ

Αφιέρωμα: Ο υβριδικός κινηματογράφος του Bong Joon-ho

γράφει ο Γιώργος Δήμογλου


Τον περασμένο χρόνο, η ταινία Parasite του Bong Joon-ho απέσπασε τον Χρυσό Φοίνικα στο 72ο φεστιβάλ των Καννών. Η βράβευση αυτή έχει ιστορικό χαρακτήρα για τον Νοτιοκορεάτικο κινηματογράφο, καθώς πρόκειται για την πρώτη ταινία που δέχεται αυτή την κορυφαία αναγνώριση από το διεθνούς κύρους φεστιβάλ. Η ταινία συνεχίζει να σημειώνει ρεκόρ με το να γίνει η πρώτη Νοτιοκορεάτικη ταινία που κερδίζει Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας, αλλά και με τις 4 υποψηφιότητές της στα βραβεία BAFTA της Βρετανικής Ακαδημίας. Την ίδια στιγμή, στις 13 Ιανουαρίου, έγραψε ιστορία και με τις υποψηφιότητες που έλαβε στα Oscars. Το κείμενο αυτό αφορμάται από τη διεθνή καταξίωση του Bong και αποτελεί μικρό αφιέρωμα σε έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους σκηνοθέτες του Ασιατικού σινεμά.



Barking Dogs Never Bite (Flandersui gae, γνωστό επίσης και ως A Higher Animal and Dog of Flanders, 2000) είναι ο τίτλος της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας του. Πρωταγωνιστεί ο Lee Sung-ju ως ένας άνεργος ακαδημαϊκός, ο οποίος ενοχλείται από την παρουσία αδέσποτων σκύλων στη γειτονιά του. Παρότι δεν αποτέλεσε μεγάλη εμπορική επιτυχία, η ταινία δέχθηκε θετικές αντιδράσεις και τιμήθηκε με το βραβείο κριτικών FIPRESCI στο διεθνές φεστιβάλ του Χονγκ Κονγκ. Στον χαρακτήρα της ως μίξη δράματος και μαύρης κωμωδίας ήδη συναντάμε τα πρώτα συστατικά στοιχεία, τα οποία ορίζουν την κινηματογραφική υπογραφή του Bong.



H δεύτερή του ταινία έχει τίτλο Memories of Murder (Salinui chueok, 2003), ένα δράμα εγκλήματος βασισμένο στην αληθινή ιστορία των πρώτων κατά συρροή δολοφονιών στην ιστορία της Κορέας, οι οποίες έλαβαν χώρα μεταξύ 1986 και 1991. Η ταινία αναγνωρίστηκε ως μία από τις καλύτερες της χρονιάς στο πλαίσιο του φεστιβαλικού της κύκλου, δίχως όμως να μπορέσει να ξεφύγει αισθητά εκτός των ορίων της Ασίας. Ο σκηνοθέτης/συν-σεναριογράφος (σε συνεργασία με τον Shim Sung-bo) επιλέγει να εμπλουτίσει το είδος εγκλήματος με στοιχεία σάτιρας. Επιπλέον, συνεργάζεται για πρώτη φορά με τον ηθοποιό Song Kang-ho, ο οποίος έμελλε να πρωταγωνιστήσει στις περισσότερες μετέπειτα ταινίες του και να αναδειχθεί σε έναν από τους πιο δημοφιλείς ηθοποιούς στη χώρα.


Επόμενος σταθμός το The Host (Gwoemul, 2006), μία ταινία δράσης-τρόμου, στην οποία η ξαφνική εμφάνιση ενός τέρατος από τον ποταμό που διασχίζει τη Σεούλ απειλεί τους κατοίκους της. Αν και σκοπός της ταινίας παραμένει η δημιουργία έντασης από αρχής μέχρι τέλους (κάτι που πετυχαίνει πανηγυρικά), η αφήγησή της είναι διανθισμένη από κωμικές στιγμές που της προσδίδουν έναν ξεχωριστό χαρακτήρα. Το The Host αποτέλεσε σημαντική εμπορική επιτυχία και κατάφερε να ταξιδέψει σε Κάννες και Αμερική.



Το 2009 κυκλοφορεί το Mother (Madeo), αφηγούμενο την ιστορία μίας μητέρας δίχως όνομα, η οποία προσπαθεί να αποδείξει την αθωότητα του κατηγορουμένου γιου της για τον φόνο μίας νεαρής κοπέλας. Suspense, δράμα και κωμωδία διασταυρώνονται ευφυώς, δημιουργώντας μία κινηματογραφική εμπειρία που μας κρατά καθηλωμένους καθώς η πλοκή ξετυλίγεται. Η ταινία ήταν υποψήφια για το «Un Certain Regard» βραβείο στις Κάννες, ανάμεσα σε άλλες διακρίσεις.



Το Snowpiercer (2013) ήταν η πρώτη ταινία του Bong στην αγγλική γλώσσα. Σε αυτό το έργο επιστημονικής φαντασίας και δράσης πρωταγωνιστεί ο Chris Evans, κοντά σε κορυφαίους ερμηνευτές του σινεμά όπως η Tilda Swinton, ο John Hurt, η Octavia Spencer, ο Ed Harris και ο προαναφερθείς Song. Η αφήγηση εκτυλίσσεται σε ένα δυστοπικό μέλλον όπου η ανθρωπότητα, η πλειοψηφία των ζώων και των φυτών έχουν σχεδόν αφανισθεί, εξαιτίας ενός ανθρώπινου λάθους που έφερε μία νέα εποχή των παγετώνων. Οι ελάχιστοι επιβιώσαντες ζουν μέσα σε ένα διαρκώς κινούμενο τραίνο, το οποίο λειτουργεί ως μία μικρογραφία της κοινωνίας και των ταξικών διαφορών που τη διακρίνουν. Το Snowpiercer σχολιάζει την ανισορροπία, την αδικία και την ένταση που υπάρχει μεταξύ κοινωνικών τάξεων στον σύγχρονο κόσμο, στο πλαίσιο μίας έντονης sci-fi εμπειρίας που εντυπωσιάζει συγχρόνως με τα οπτικά της εφέ και το βάθος της.



Τέσσερα χρόνια μετά επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη με την ταινία Okja (2017), ο τίτλος της οποίας συνιστά και το όνομα ενός φανταστικού «super-pig» πλάσματος, δημιούργημα ανθρώπινου κτηνοτροφικού πειράματος. Το Okja φροντίζει η Mija (Ahn Seo-hyun), ένα μικρό κορίτσι που θα προσπαθήσει να προστατεύσει το φίλο της από μία εταιρεία που ενδιαφέρεται για το ζώο. Η Swinton συνεργάζεται και πάλι με τον Bong, με την ερμηνεία της να αποτελεί ένα από τα πιο αξιομνημόνευτα στοιχεία της ταινίας. Η ιδιαίτερη αυτή κινηματογραφική κριτική σε βάρος της κτηνοτροφικής βιομηχανίας έλαβε μία υποψηφιότητα για Χρυσό Φοίνικα (η πρώτη του Bong που λαμβάνει αυτή τη διάκριση) και έπειτα διανεμήθηκε διεθνώς μέσω Netflix.


Η τελευταία του ταινία, η οποία κατάφερε να αναγνωριστεί όσο καμία άλλη στη φιλμογραφία του, είναι το Parasite (Gisaengchung, 2019). Ο Bong επιστρέφει στην Κορεάτικη γλώσσα με μία ταινία που δύσκολα κατηγοριοποιείται σε ένα συγκεκριμένο είδος. Η υβριδική της προσωπικότητα περιέχει χαρακτηριστικά δράματος, κωμωδίας, θρίλερ και κοινωνικής σάτιρας, τα οποία συνεχώς αλληλοεπιδρούν μεταξύ τους με πρωτότυπο και απρόβλεπτο τρόπο. Στο επίκεντρό της βρίσκονται δύο οικογένειες διαφορετικών κοινωνικών τάξεων, με την οικονομικά αδύναμη να επιχειρεί να «εισβάλλει» στην πρώτη (κατά τι πιο εύπορη), ώστε να μπορέσει να επιβιώσει. Το Parasite πέτυχε όχι μόνο κριτικά αλλά και εμπορικά, ενώ πολλοί είναι οι κριτικοί που τη θεωρούν ως την καλύτερη ταινία του 2019. Στις 13 Ιανουαρίου ανακοινώθηκαν οι υποψηφιότητες για τα 2020 Oscars και το Parasite είναι η πρώτη Νοτιοκορεάτικη ταινία, υποψήφια ως Καλύτερη Διεθνής Ταινία, αλλά όχι μόνο: έλαβε 5 ακόμη υποψηφιότητες, σε κατηγορίες όπως Καλύτερης Σκηνοθεσίας, Καλύτερου Σεναρίου και Καλύτερης Ταινίας. Πρόκειται για ένα σπάνιο κατόρθωμα για ξενόγλωσση ταινία και συγχρόνως αξιοθαύμαστο, αν λάβουμε υπόψη την απουσία του Κορεάτικου σινεμά από τα Oscars όλα αυτά τα χρόνια.