1. Cinema

Ακούγοντας τις ταινίες: «Play it again, Sam»

γράφει ο Πάνος Αχτσιόγλου


«Η 'Καζαμπλάνκα' παραμένει μέχρι σήμερα μια ιστορία ενός άντρα και μιας γυναίκας που ερωτεύονται και που θυσιάζουν τον έρωτά τους προς χάριν ενός ιερότερου σκοπού», έγραψε κάποτε ο σημαντικός κριτικός του σινεμά Ρότζερ Έμπερτ. Το διάσημο αντιπολεμικό δράμα του Μάικλ Κέρτις όμως δεν θα ήταν ποτέ το ίδιο, χωρίς τη μουσική του πατέρα του σάουντρακ Μαξ Στάινερ και ιδιαίτερα χωρίς έναν από τους ύμνους του σινεμά, το εμβληματικό ερωτικό μουσικό του θέμα «As Time Goes By».



Η μουσική στις ταινίες αποτελεί ίσως ένα από τα πιο πολύπλοκα κομμάτια της συνολικής δημιουργίας ενός κινηματογραφικού προϊόντος. Ακόμα και από τα πρώτα χρόνια της ιστορίας του σινεμά, η «λαϊκή» μουσική της εκάστοτε περιόδου έπαιζε σημαντικό ρόλο, παρέχοντας με εξαιρετικά επιδέξιο τρόπο πληροφορίες για την εξέλιξη της πλοκής, εισάγοντας ειδικά αφηγηματικά μοτίβα και χαρακτήρες, αλλά και ενσωματώνοντας κοινωνικά, πολιτικά και πολιτισμικά στοιχεία, ικανά να κάνουν μια ταινία αξέχαστη και να την μετατρέψουν σε εμπορική επιτυχία. Γι' αυτό το λόγο μεγάλα κινηματογραφικά στούντιο του Χόλυγουντ επιδίωκαν την συνεργασία με σπουδαίους μουσικοσυνθέτες, πολλοί εκ των οποίων ήταν Ευρωπαίοι εμιγκρέδες, με υψηλή μουσική παιδεία.

Ίσως περισσότερο από κάθε άλλον μουσικοσυνθέτη ταινιών, αυτός που ορίζεται ως η πλέον εμβληματική φιγούρα είναι ο Μαξ Στάινερ. Ο παγκοσμίως αναγνωρισμένος ως «πατέρας της κινηματογραφικής μουσικής», επηρέασε βαθιά τεχνικές, προσεγγίσεις και συμβάσεις που καθορίζουν ακόμα και σήμερα τους θεμελιώδεις κανόνες που διέπουν την παραγωγή κινηματογραφικής μουσικής στον Δυτικό Κόσμο. Κατά την διάρκεια της εξαιρετικά παραγωγικής του σταδιοδρομίας, ο γεννημένος στην Αυστρία συνθέτης δημιούργησε μερικές από τις πιο σπουδαίες πρωτότυπες μουσικές συνθέσεις για ταινίες της Χρυσής Εποχής του Χόλιγουντ . Η μουσική-ορόσημο, ωστόσο, ίσως και η πιο αντιπροσωπευτική συγχώνευση αμερικάνικων λαϊκών ακουσμάτων και ευρωπαϊκών ρομαντικών συνθέσεων, εξακολουθεί να αποτελεί το σάουντρακ της «Καζαμπλάνκα» του αντιπολεμικού ρομαντικού δράματος του 1941, σε σκηνοθεσία του επίσης Ευρωπαίου Μάικλ Κέρτιζ.


«You must remember this»



Όπως συμβαίνει και με πολλά άλλα λαϊκά κομμάτια που χρησιμοποιήθηκαν στις αρχές του Χόλιγουντ (σε φιλμ είτε βουβά, είτε με ήχο), το τραγούδι που μέχρι και σήμερα είναι στενά συνδεδεμένο με αυτήν την ταινία ήδη προϋπήρχε. Το «As Time Goes by» γράφτηκε από τον TinPanAlley μουσικοσυνθέτη Χέρμαν Χάπφελντ το 1931, για τις ανάγκες του μιούζικαλ του Μπρόντγουεϊ «Everybody's Welcome». Ο συνθέτης έγραψε τόσο τους στίχους όσο και την μουσική, κάτι μάλλον ασυνήθιστο για τα δεδομένα του είδους, τη στιγμή που οι περισσότερες συνθέσεις της περιόδου προέρχονταν από συνεργασίες. Το τραγούδι είχε συμπεριληφθεί επίσης στο θεατρικό έργο των «Everybody Comes to Rick's» το οποίο αν και δεν ανέβηκε ποτέ στην σκηνή, αποτέλεσε ωστόσο τη βάση της «Καζαμπλάνκας». Το κομμάτι δεν άρεσε αρχικά στον Μάξ Στάινερ που ήδη είχε ξεκινήσει να γράφει τη μουσική για την ταινία, ο οποίος και θέλησε να το αντικαταστήσει με κάποια άλλη πρωτότυπη δημιουργία. Τα στούντιο, ωστόσο, διαφώνησαν. Παρόλο που παραπονέθηκε για αρκετό καιρό, τελικά - μετά την τεράστια επιτυχία του φιλμ - παραδέχτηκε σε μία συνέντευξη ότι το συγκεκριμένο τραγούδι «μάλλον είχε κάτι, για να τραβήξει τόσο πολύ την προσοχή».

Το πρωτότυπο τραγούδι στην ταινία, το τραγούδησε ο Ντούλεϊ Γουίλσον, ο διάσημος Σαμ, πιανίστας στο κλαμπ του Μπόγκαρντ, στην πόλη της Καζαμπλάνκας. Ο ίδιος δεν ήξερε να παίζει πιάνο, παρότι ήταν ένας μάλλον επιτυχημένος ντράμερ. Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι ότι ο Γουίλσον δεν καταφέρνει ποτέ να ηχογραφήσει το κομμάτι την εποχή που η ταινία αρχίζει να προβάλλεται στους κινηματογράφους, καθώς το σωματείο μουσικών αποφασίζει να απαγορεύσει κάθε ηχογράφηση την ίδια περίοδο. Έτσι, επανακυκλοφόρησε από τα στούντιο μία προηγούμενη βερσιόν του, εκτελεσμένη το 1931 από τον Ρούντι Βαλέ, η οποία έγινε αμέσως επιτυχία.


Ο Στάινερ κατόρθωσε να ενσωματώσει με μεγάλη επιδεξιότητα την βασική μελωδία στην αυθεντική του ορχηστρική μουσική σύνθεση, μεταμορφώνοντάς την όχι μόνο σε λαϊτμοτίφ αλλά και σε κινηματογραφικό μέσο ώθησης της πλοκής. Άλλωστε, το γεγονός ότι μπορεί κανείς εύκολα να ταυτιστεί με τη δραματουργία αλλά και χαρακτήρες της ταινίας, οφείλεται εν μέρει στην δύναμη της μουσικής αφήγησής της, αλλά και στην αποτελεσματική της εκφραστικότητα, με το «As Time Goes by» να έχει πολλαπλούς ρόλους στο φιλμ, λειτουργώντας τόσο μουσικά όσο και στιχουργικά, αποτελώντας ένα οδυνηρό ενθύμιο της χαμένης ευτυχίας των πρωταγωνιστών, της αιώνιας αγάπης τους που χάθηκε για πάντα. Σε μία από τις πιο διάσημες σκηνές της ιστορίας του σινεμά, η Ίλσα ζητά επίμονα από τον Σαμ να παίξει την αγαπημένη μελωδία του ζευγαριού. Όταν ο Σαμ της απαντάει «δεν το θυμάμαι καλά», η Ίλσα του το σιγοτραγουδάει. Ακόμα και όταν αρχίζει και παίζει την μελωδία στο πιάνο, αυτή, για άλλη μια φορά, επιμένει: «Τραγούδα το Σαμ». Καθώς σταδιακά το ανάλαφρο μοτίβο μετατρέπεται σε θρήνο (με την επιρροή του Στάινερ να είναι κάτι παραπάνω από έκδηλη), τη στιγμή που οι ματιές των δύο πρωταγωνιστών συναντιούνται για πρώτη φορά, το τραγούδι επιδρά στο κοινό με τρόπο εξαιρετικά δυνατό και ταυτόχρονα πολύπλοκο. Κανείς δεν μπορεί να μην αντιληφθεί, σχεδόν ενστικτωδώς, ότι η ιστορία του Ρικ και της Ίλσα δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί, όπως εξάλλου και το ίδιο το θέμα παρουσιάζεται μόνο τμηματικά και ποτέ ολοκληρωμένα.


«Τhe World will always welcome lovers..»



Όσον αφορά τους στίχους του, το τραγούδι συμβάλλει ενεργά στη δημιουργία και τη σύνδεση των κυρίαρχων θεματικών της ίδιας της ταινίας, αναφερόμενο σε δύο ξεχωριστά ζητήματα άρρηκτα συνδεδεμένα με την συνολική αφήγηση: την αγάπη και την πολιτική δέσμευση. Το τελευταίο αποτελεί προφανώς μία δευτερεύουσα και πιο ενδόμυχη πτυχή του τραγουδιού, η οποία, αν και περισσότερο έκδηλη στο άλλο (επίσης διάσημο) διασκευασμένο κομμάτι του φιλμ (Τη «Μασσαλιώτιδα»), είναι εμφανής και εδώ, υποδηλώνοντας ότι στη συγκεκριμένη ιστορία, η πολιτική πτυχή παρέχει το υπόστρωμα πάνω στο οποίο θα ξεδιπλωθεί η ιστορία μιας μοιραίας συνάντησης. Οι αρχικοί στίχοι φέρουν ένα ξεκάθαρο μήνυμα σε όσους ακούνε: Έστω το πιο μικρό, πιο ασήμαντο δείγμα αγάπης, μπορεί να είναι καθοριστικό, αλλά και αναλλοίωτο στο πέρασμα του χρόνου. Πρόκειται για κάτι τόσο σημαντικό και ουσιαστικό «που κανείς δεν μπορεί να το αρνηθεί» (that no one can deny). Επιπλέον, δίνοντας έμφαση στη διαμάχη μεταξύ πολιτικού καθήκοντος και έρωτα, το μουσικό θέμα προοικονομεί την απόφαση που οι πρωταγωνιστές πρέπει να πάρουν και από την οποία είναι αδύνατο να ξεφύγουν.


Εξάλλου, τόσο για τους κεντρικούς χαρακτήρες, αλλά και για το θεατή, «πρόκειται για την ίδια παλιά ιστορία/ μια μάχη για τον έρωτα και την δόξα/ ζήτημα δράσης ή θανάτου» ('It's still the same old story / A fight for love and glory / A case of do or die').


«No matter what the future brings»



Η σπουδαιότητα, τόσο από μουσικολογικής όσο και καλλιτεχνικής πλευράς, της μουσικής του Max Steiner στην «Καζαμπλάνκα» (πιο συγκεκριμένα του «As Time Goes by», που κατέληξε συνώνυμο της ίδιας της ταινίας) δεν μπορεί να καταγραφεί με συμβατικούς όρους, ή να περιγραφεί μέσα σε καθιερωμένα πολιτισμικά πλαίσια. Προσφάτως, το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου κατέταξε το συγκεκριμένο τραγούδι δεύτερο στην λίστα με τα 100 πιο επιδραστικά τραγούδια του αμερικανικού κινηματογράφου πίσω μόνο από το «Over the Rainbow» του «Μάγου του Οζ» . Είναι αμέτρητες οι αναλύσεις για τον τρόπο με τον οποίο ο συνδυασμός ορχηστρικής μουσικής (με «ρομαντική» αισθητική του 19ου αιώνα) με παλαιότερα μουσικά κομμάτια ως κινηματογραφική μουσική μπόρεσε να αποκτήσει το ύφος και τα χαρακτηριστικά στοιχεία «λαϊκού» ακούσματος, σε μία εποχή που η απλή και καθαρή λαϊκή σύνθεση στα πλαίσια μουσικής για το σινεμά δεν μπορούσε να σταθεί ούτε καν ως ενδεχόμενη επιλογή. Ωστόσο, θέλοντας να δώσει κάποιος δίκιο και στις δύο πλευρές, είναι η συνολική απήχηση της ταινίας που ενισχύει και τον αντίκτυπο που είχε το συγκεκριμένο τραγούδι (ή γενικότερα, το συγκεκριμένο σάουντρακ) στην ποπ κουλτούρα της εποχής, αλλά και συνεχίζει να έχει έως σήμερα. Ο Μαξ Στάινερ προσέγγισε ένα ήδη γνωστό μουσικό κομμάτι με τρόπο τέτοιο που το μετέτρεψε τελικά σε έναν αριστουργηματικό, έναν αξέχαστο «ύμνο» του σινεμά. Συνδυάζοντας έξυπνα την αφηγηματική ουσία του φιλμ με το προσωπικό του μελωδικό ορχηστρικό ιδίωμα, κατόρθωσε να δημιουργήσει έναν αξέχαστο ήχο - χαρακτηριστικό της μουσικής παράδοσης της εποχής, ταυτόχρονα, όμως, εξαιρετικά διαχρονικό - που θα έμενε αναλλοίωτος στον χρόνο. Ίσως αυτή να είναι μία από τις λίγες φορές που μία φιλμική παραγωγή κατόρθωσε να παραμείνει τόσο άρρηκτα συνδεδεμένη με ένα τραγούδι. Το αμάλγαμα αυτών των δύο λαϊκών μορφών τέχνης, κατάφερε να καθιερώσει τόσο την ταινία όσο και τη μουσική της, κατατάσσοντάς τες σε αυτό που πολύ εύστοχα ονομάζεται «Hollywood's Classics».