1. Θέματα

Απομιμήσεις μιας ζωής: Αγαπητέ μου Άη-Βασίλη

γράφει η Ιωάννα Λιούτσια

Αγαπητέ μου Άγιε Βασίλη,


Αυτό το γράμμα γράφεται εν πλήρη μυστικότητα. Για να καταλάβεις – αν και μάλλον θα το ξέρεις ήδη αφού μας παρακολουθείς στενός κορσές να δεις αν δικαιούμαστε το δώρο σου – σου γράφω τώρα κάπου από το Βορειοδυτικό Λονδίνο, είναι άνω απόγευμα που λέμε με τους φίλους μου (δηλαδή μόλις πέρασαν οι 16.00), έξω δεν βλέπεις τίποτα απ' το σκοτάδι και μέσα γράφω σ' ένα μισοσκόταδο – λίγο να το παίξω συγγραφέας, λίγο να μην ενοχλήσω, λίγο γιατί έχουν πλάκα οι σκιές των δέντρων απ' έξω που μοιάζουν με ταρανδοκέρατα στο δωμάτιο.


Μην το βρεις όμως ως δικαιολογία ότι είμαι μακριά και δεν μ' επισκεφτείς φέτος. Να ξέρεις, θα γυρίσω εγκαίρως για το δώρο μου. Μην ψάχνεις πάλι δικαιολογίες για να μην έρθεις, όχι ότι εσύ τις έχεις ανάγκη βέβαια. Θα ξεχάσω τότε που ούτε δημοτικό δεν πήγαινα και ξύπνησα περιχαρής το πρωτοχρονιάτικο πρωϊνό κι αντί για δώρο βρήκα ένα σημείωμα σφηνωμένο στην καμινάδα ενός πορσελάνινου κηροπήγιου – σπιτιού ; «Συγγνώμη Ιωάννα, δεν πρόλαβα να φέρω φέτος δώρο σ' εσένα. Του χρόνου.» Σ΄ευχαριστώ Άη Βασίλη. Όχι όχι δεν στεναχωρέθηκα τότε, ούτε κράτησα εκεινο το σημείωμα στο κουτί με τις καρτ ποστάλ και τα ραβασάκια. Όχι όχι.



Ωστόσο να 'μια εγώ πάντα πιστή στο ραντεβού μας. Πάντα να παρακαλάω τον μπαμπά μου να μην αφήσει το τζάκι αναμμένο την παραμονή για να σε κάψει (ελπίζω ο μπαμπάς μου να μεγάλωσε αρκετά, να μη μου κάνει πάλι φέτος το ίδιο αστείο), να υπερασπίζομαι ότι υπάρχεις (Γεωργία με τα καρέ μαύρα μαλλιά που πηγαίναμε μαζί α' δημοτικού και που αν σε δω στο δρόμο δεν θα σε γνωρίσω, συγγνώμη που δεν άφηνα τα μαλλιά σου από τα χέρια μου όταν έλεγες πως δεν υπάρχει Άη Βασίλης – ίσως γι' αυτό όμως να είναι και το μόνο που θυμάμαι από εσένα), να σου ετοιμάζω κάρτες και να σου γράφω γράμματα.






Θυμάμαι στα πρώτα γράμματα που σου έστελνα προσπαθούσα πάντα ν' αποδείξω τη συγγένειά μας. Σου 'λεγα: ο παππούς μου ήρθε στη Δράμα από την Καππαδοκία, από ένα χωριό κοντά στην Καισάρεια. Εσύ έρχεσαι από την Καισαρεία άααρα, είμαστε κοντοχωριανοί και γιατί όχι, συγγενείς. Σου έγραφα και ονόματα κι ιδιότητες, μήπως τυχόν και ξεσκονίσω τη μνήμη σου, να έχω μια προνομιακή θέση αυτή τη φορά – να σιγουρευτώ πως δεν θα με ξεχάσεις. Αράδιαζα έπειτα βιβλία και παιχνίδια που ήθελα, κι έγραφα πάντοτε δίπλα τους και τις τιμές τους. Στο τέλος πάντα το ίδιο υστερόγραφο: « Αυτά θέλω Άη Βασίλη μου, αλλά κι αν δεν τα βρεις, δεν πειράζει, φέρε μου ό,τι θες εσύ».



Κι αυτό συνέβαινε πάντα, έφερνες ό,τι ήθελες. Μερικές φορές ούτε καν κάτω απ' το δέντρο. Έβγαινε η μαμά μου να κάνει τα ψώνια για το τραπέζι, την πετύχαινες εσύ έξω απ' τον θρυλικό Αρώνη που πια δεν υπάρχει, την σταματούσες, τη ρωτούσες «Είσαι η μαμά της Ιωάννας;», εκείνη απαντούσε θετικά, της ξαναέλεγες εσύ «Α, επειδή είναι πολύ καλό κορίτσι, έχω ένα δώρο για εκείνη». Και μου γυρνούσε σπίτι η μαμά φορτωμένη με ένα τεράστιο πακέτο που παρέδωσε στα ίδια της τα χέρια για μένα ο Άγιος Βασίλης.


Μα ήταν κι άλλη μια φορά που μου παρέδωσες ένα πακετάκι στα χέρια μου. Δεν φορούσες κόκκινα, ούτε ήσουν παχουλός, ούτε γένεια είχες. Πλησίαζαν Χριστούγεννα κι εμείς με τη μαμά παίρναμε παιχνίδια για δώρα σε φίλους και συγγενείς. Εμένα – όπως και τώρα ακόμη- μ' ενθουσίαζαν τα πάντα. Πιο πολύ από τα ίδια τα παιχνίδια με ενθουσίαζαν οι άπειρες δυνατότητες για άπειρες ιστορίες που ξεδιπλώνονταν στο μυαλό μου καθώς τα χάζευα. Όμως κανένα από εκείνα τα παιχνίδια δεν προοριζόταν για μένα. Και τότε ήρθες εσύ Άγιε Βασίλη. Είπες πως σου θύμιζα την εγγονή σου που ήταν στην Κρήτη και δεν θα την έβλεπες τις γιορτές, ήσουν εκεί για να διαλέξεις κάτι να της στείλεις και μου είπες «Διάλεξε κι εσύ ό,τι θέλεις, σαν να 'σαι η εγγονή μου, σε παρακαλώ, αφού δεν είναι εκείνη να διαλέξει». Κοίταξα τη μαμά μου με τον τρόπο που κάνουν όλα τα παιδιά όταν περιμένουν οι γονείς τους να συμφωνήσουν σε κάτι που μοιάζει μάλλον απίθανο. Κι η μαμά μου αρνήθηκε όπως ήταν φυσικό. Όμως μετά ο κύριος επέμεινε και την έπεισε και φεύγοντας από το κατάστημα η μαμά μου κι εγώ λέγαμε η μια στην άλλη «Μα, να που υπάρχει Άη Βασίλης».



Όμως τώρα μεγάλωσα Άγιε μου, κι ότι έχω τόσες κι άλλες τόσες ιστορίες χριστουγέννων και γιορτών να σου διηγηθώ δείχνει μάλλον ακριβώς αυτό. Και να σου πω και κάτι άλλο; Δεν γράφω αυτό το γράμμα για να σου ζητήσω κάτι. Ούτε που ξέρω τι να σου ζητήσω. Μην σου πω, ακόμη χειρότερα, ούτε που ξέρω και τι θέλω. Σου γράφω αυτό το γράμμα μάλλον έτσι, για να κρατάμε μια επαφή, να μη χανόμαστε, να λέμε καμιά ιστορία να περνάει η ζωή.

Και πού ΄σαι, Άγιε Βασίλη, θα 'θελα μωρέ καμιά φορά να μου στείλεις κι εσύ ένα γράμμα, να μου τα πεις και τα δικά σου, να σ' ακούσω. Όχι για να μου αποδείξεις ότι υπάρχεις, αλλά για ν' αποδείξω ότι υπάρχω εγώ.


Με όλη μου τη βαθειά αγάπη

προς κάθε κατεύθυνση,

καλή χρονιά να έχουμε!

Ιωάννα Λ.