1. Θέματα

Απομιμήσεις μιας ζωής: η εθνική μας μοναξιά

γράφει η Ιωάννα Λιούτσια

Τελευταία είμαι συνέχεια κουρασμένη. Κι όταν λέω τελευταία εννοώ τους τελευταίους τέσσερις μήνες. Και όταν λέω κουρασμένη εννοώ πως είμαι απλώς διεκπεραιωτική. Λειτουργική, αν προτιμάτε. Πηγαίνω στις δουλειές μου, εργάζομαι χωρίς προβλήματα, βλέπω φίλους. Φίλους που είναι κι εκείνοι κουρασμένοι. Το καλοσκέφτηκα. Ζούμε σε μια κοινωνία που όλοι είμαστε κουρασμένοι. Μετά τη Γενιά Χ έρχεται η Γενιά των Κουρασμένων.



Κι αναρωτιέμαι: τι είναι αυτό που εν τέλει μας κουράζει τόσο; Είναι που όλη μέρα παίρνουμε τους δρόμους να προλάβουμε από την δουλειά μας ως το ραντεβού μας ως το να πάμε στην τράπεζα; Είναι τόσο βαριές και κοπιαστικές οι εργασίες μας; Ταλαιπωρούμαστε απ' τις οθόνες; Συζητούσα προσφάτως με τον φίλο Σ.Δ. Του έλεγα πως ανησυχούσα για τους μαύρους κύκλους κάτω απ' τα μάτια μου, μέχρι που κοίταξα γύρω μου κι είδα ότι σταδιακά, όλοι, μεταμορφωνόμαστε σε αρκουδάκια panda. Θυμάμαι έναν στίχο από τους περιβόητους "Άγαμοι Θύται" : « του οκτάωρου πεσόντες, νανουρίζονται με τσόντες ». Στην περίπτωσή μας μπορούμε να αντικαταστήσουμε το υπνωτικό μέσο με ο,τιδήποτε: άλλος κοιμάται βλέποντας ντόλτσε βίτα, άλλος νέες τάσεις στο μακιγιάζ, παλιές ελληνικές ταινίες, ριάλιτι σόου μέχρι και διαλέξεις για τον μαρξισμό ή μωρά σκαντζόχοιρων! Και πάει η ώρα 4 και το μάτι σου είναι γαρίδα.


Αν κάποιος σήμερα δηλώσει κουρασμένος, δεν μπορείς να τον ρωτήσεις, έστω ειρωνικά, "γιατί έσκαβες;". Το πιθανότερο είναι να τον ρωτήσεις "γιατί; τι trash έβλεπες πάλι;". Ούτε καν πονηρούς αστεϊσμούς δεν μπορούμε να κάνουμε πλέον με τη φράση "δεν έκλεισα μάτι όλη τη νύχτα". Πού να πάει το μυαλό μας στις μέρες μας ότι μπορεί ο έρωτας να είναι η αιτία που θα σε κρατήσει ξυπνητό όλο το βράδυ; Κι ίσως εκεί να έγκειται κι όλη αυτή η κούραση που συσσωρεύεται στο σώμα και στο μυαλό μας. Στο ότι δεν έχουμε – ακόμη κι αν μερικές φορές φαίνεται ότι έχουμε – έναν δικό μας άνθρωπο, έναν άνθρωπο που μαζί του να κάνουμε για λίγο στην μπάντα την μοναξιά μας και να δίνουμε σ' αυτόν τον χώρο και τον χρόνο της αγρυπνίας μας. Τώρα το έμαθα κι εγώ από την Χ.Τ. ότι υπάρχουν λέει κινητά που τους λες τον πόνο σου και αυτά κάθονται και σ' ακούνε. Τους λες πχ πως χώρισες κι εκείνα σου απαντάνε με την υπέροχη ηλεκτρονική, στακάτη φωνή τους: "θες να το συζητήσουμε;". Όχι αγαπημένο μου κινητό, δεν θέλω να το συζητήσω μαζί σου και με την ψεύτικη φωνή σου. Προτιμώ ακόμη ακόμη να μην το συζητήσω με κανέναν, αν κανείς δεν είναι εκεί να με ακούσει.


Νομίζω πως οι άνθρωποι φτιάχνουμε σχέσεις, κάθε είδους, για να λέμε τις ιστορίες μας. Τι κάναμε σήμερα, τι μας είπε ο τάδε, τι συνέβη σήμερα στο λεωφορείο κλπ. Η ίδια αυτή ανάγκη μάλλον είναι που κάνει και τους καλλιτέχνες να δημιουργούν. Η ανάγκη να συνάψουν σχέσεις και να πούνε κάποια ιστορία. Μα η τέχνη κι επομένως οι καλλιτέχνες κι επομένως και το να συνδεόμαστε για να λέμε ιστορίες, θα ήταν ίσως καλό – όπως θα λέγε κι ο Bürger – να επανενταχθεί στη ζωή.


Η Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ γράφει κάπου* το εξής: "θα 'θελα να πω είμαι γάτα, είμαι κουκουβάγια, μαϊμού, αηδών, μέχρι που όλα αυτά θα σου δώσουν την αίσθηση ότι είμαι ωραία, ότι είμαι άγρια, ότι είμαι μόνη, Θεέ μου, στο τέλος νομίζω πως η μοναδική λέξη που έχει περιεχόμενο είναι η Μο – να – ξιά, εκείνο το "ξι" κυρίως με κάνει ξένη σ' όλον τον κόσμο, θέλω να πιστεύω ότι οι άνθρωποι με αγαπάνε, θέλω να πιστεύω ότι τους αγαπώ."

Είμαστε ένας πολιτισμός που καθώς φαίνεται ξαγρυπνά αλλά δεν αγρυπνά.


Υγ.1: Ο τίτλος του άρθρου δανείζεται από το ομώνυμο τραγούδι, σε στίχους του Φίλιππου Γράψα και μουσική Μάριου Τόκα.

Υγ2. Όλα αυτά η Γκρίτση – Μιλλιέξ μας τα μοιράζεται στο Χρονικό ενός εφιάλτη