1. Θέματα

Απομιμήσεις μιας ζωής: τ' όνομά μου είναι..

γράφει η Ιωάννα Λιούτσια

Σε λιγότερες από εικοσιτέσσερις ώρες:


γνωρίζεις κάποιον που τ' όνομά του, το αληθινό όνομά του, είναι Γαλαξίας

διαβάζεις σε μια, στριφνής καθαρεύουσας, μετάφραση Freud πως «διά τον άγριον το όνομα αποτελεί το κυριώτερον τμήμα της ιδιοκτησίας του»

ο Τ. (για ανεξήγητο μέχρι στιγμής λόγο) σου στέλνει ότι στην εκατομμυριοστή επανάληψη των Friends που τώρα βλέπει, μαλώνουν τι όνομα θα δώσουν στο μωρό κι αν το Τσάντλερ είναι πιο ωραίο απ' το Τζόι

η Φ. συνεχίζει να μιλάει ακόμη και στο messenger, κωδικοποιημένα: «ο ακατονόμαστος», «ο γνωστός».



Ονόματα δεν λέμε, υπολήψεις δεν θίγουμε, μα κάθομαι και σκέφτομαι τι δύναμη έχει τ' όνομα τελοσπάντων. Από όποια πλευρά και να το δεις, είτε απ' την πλευρά των "άγριων" ιθαγενών της Αυστραλίας, είτε των ημιάγριων ημών. Δεν ξέρω σε ποια απ' τις δύο πλευρές βρίσκομαι πιο κοντά. Με τη μανία μου από μικρή, να δίνω ονόματα σε ό, τι έχει πρόσωπο (ζώο, κουκλάκι, στον ήλιο που ζωγραφίζαμε μικροί με χαμόγελο και μάτια), ίσως να συγγενεύω πιο πολύ με τους ιθαγενείς (βλ. "πάντα μου άρεσε να δίνω ονόματα σ' αυτά που αγαπώ" ).


Τόση είναι η σημασία που δίνουν οι ιθαγενείς στα ονόματα, που αν κάποιος πεθάνει δεν ξαναλένε ποτέ το όνομά του, και μάλιστα, σε κάποιες περιπτώσεις αλλάζει όλη η οικογένεια όνομα. Το λέει ο Freud στο «Τοτέμ και Ταμπού». Η προφορά του ονόματος ενός νεκρού μπροστά σε συγγενείς του τιμωρείται με θάνατο. Φοβούνται μήπως τυχόν καλέσουν το άγριο – που το ξεσήκωσαν απ' την ησυχία – πνεύμα του και τους κάνει κακό. Ας μη βιαστούμε να τους λοιδορήσουμε. Αυτό που εκείνοι δεν κάνουν από φόβο, εμείς – ως πιο πολιτισμένοι – το αποφεύγουμε ίσως για να μην πονάμε, για να ξεχνάμε κι αν όχι με τους πραγματικούς νεκρούς μας, σίγουρα με όσους θέλουμε να βγάλουμε απ' τη ζωή μας.






Αν πας σε μια παρέα ατόμων γύρω στα 30 (λίγο πάνω-λίγο κάτω) και πεις τη φράση «ο ξέρεις ποιος» , δύο πράγματα πρόκειται να συμβούν. Πρώτον, όλοι θα καταλάβουν ότι μιλάς για τον Βόλντεμορτ από τον Harry Potter. Το δεύτερο που θα συμβεί είναι ότι θα θεωρήσουν απίθανο να έχεις οποιοδήποτε λόγο να μιλήσεις για τον Βόλντεμορτ, οπότε μάλλον ξέρεις για κάποιον/α που βασανίζει επί μακρόν γκομενικά κάποιον απ' την παρέα. Τον βασανίζει τόσο που, όπως και με τον Βόλντεμορτ, δεν θέλουν καν ν' αναφερθούν σ' αυτόν, από φόβο μην εμφανιστεί, μην ξανακάνει κακό (ή από ένα απλό «νισάφι πια μ' αυτό το άτομο!»).


Το όνομα είναι ένα κάλεσμα. Ονόματα δεν διαβάζαμε και σ' εκείνο που αποκαλούσαμε «Προσκλητήριο Νεκρών» στις γιορτές του Πολυτεχνείου στο σχολείο; Και τώρα με τον κορονοϊό, πόση αίσθηση δεν προκάλεσε το εξώφυλλο των New York Times με τα ονόματα των θυμάτων απ' τον ιό; Αυτό δεν λέμε πάντα; Ότι οι άνθρωποι δεν είναι αριθμοί, είναι ονόματα. Και τα ονόματα έχουν πίσω τους ανθρώπους, δηλαδή ιστορίες, δηλαδή υπόσταση. Όταν ξέρεις το όνομα κάποιου απευθείας αρχίζεις να χτίζεις μια σχέση, οποιαδήποτε κι αν είναι αυτή.



Σου λένε μια ιστορία. Ρωτάς: «Πώς τον λένε; / Ποια είναι;» Κατευθείαν σχηματίζεις μια εικόνα στο κεφάλι σου. Για τους ιθαγενείς της Αυστραλίας το να μοιράζεσαι το ίδιο όνομα με κάποιον δείχνει ότι μοιράζεσαι και κάποιες ιδιότητες. Κι εμείς, όμως, ασυνείδητα έχουμε την ίδια στάση. Κάποια ονόματα μας προκαταβάλουν θετικά ή αρνητικά, πολλές φορές ανάλογα με τις εμπειρίες του παρελθόντος μας από αντίστοιχα ονόματα, πολλές φορές απλώς και μόνο από το πώς ακούγονται. Τα λέει κι ο Βύρων Θεοδωρόπουλος στο stand up «Στα πλάγια»: το Κατερινάκι είναι πάντα το καλό κορίτσι, Λυδία και Δανάη είναι πάντα όμορφες, ο Λευτέρης πάντα καπνίζει, η Λουκία είναι άσχημη κλπ. Το labeling των ονομάτων.



Την επόμενη φορά που θα συστηθώ σε κάποιον, θα δοκιμάσω, έτσι για πείραμα, ν' αλλάξω όνομα. Σαν ρούχο. Άλλο με φόρμες άλλο με παγιέτες. Άλλο Μυρτώ άλλο Σούλα (μάλλον). Θα δω. Το θέμα είναι, για να παραφράσω τον αλεξανδρινό, «έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ, με το όνομα που σου 'δωσαν για μικρό, σ' όλη τη γη τη χάλασες» ;