1. Mind the art
  2. Εικαστικά

Βασίλης Καρκατσέλης | «Η βουτιά στο παρελθόν ... δεν έχει τέλος!»

γράφει η Δάφνη Τσάρτσαρου

Από τις 17 Οκτωβρίου, ο χώρος του καφέ «Ζώγια» λειτουργεί ως αίθουσα τέχνης, φιλοξενώντας τα χαρακτικά του ταλαντούχου Βασίλη Καρκατσέλη. Μια συλλογή που δημιουργήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ΄80 και που το μεγαλύτερο μέρος της βγαίνει στο «φως» για πρώτη φορά. Γι' αυτή την έκθεση, για τη δουλειά και την τέχνη, γενικότερα, μίλησε πρόθυμα ο Βασίλης Καρκαλέτσης στον Εξώστη.


1)Πώς ξεκινήσατε ν' ασχολείστε με την τέχνη της χαρακτικής; Τι σας κέντρισε το ενδιαφέρον σε αυτή;


Η χαρακτική ήταν ένα ακόμη μάθημα, ένα ακόμη εργαλείο. Το γεγονός ότι σημαντικοί δημιουργοί γύρω μας (όπως ο Τάσος ή η Κατράκη) δουλεύανε μοναδικά σε δύναμη έργα, μέρος της οποίας δύναμης ήταν και η προστιθέμενη δυναμική του συγκεκριμένου εκφραστικού μέσου, έκανε πολλούς από τη γενιά μου να ασχοληθούν με αυτήν.
Το χαρακτικό είναι μία τελείως διαφορετική μορφή έκφρασης από τη ζωγραφική στην οποία λχ κυρίαρχο είναι η ποιητική του χρώματος.
Εμένα με συν-κινούσε η δυναμική του ασπρόμαυρου και η χαρακτική (όταν το επιζητούσα) μπορούσε να μου το δώσει.
Ένα πρόσθετο χαρακτηριστικό της τέχνης αυτής είναι η πολλαπλότητα των έργων που σου παρέχει. Όταν από κάθε τελειωμένο έργο μπορείς να έχεις «νόμιμα» κάποια «αντίτυπα», τότε αυτά μπορούν να ταξιδεύουν σε περισσότερα μέρη απ ότι ένα μοναδικό, μπορούν να παρουσιάζονται εδώ και εκεί, μπορούν να έχουν μία πολύ χαμηλότερη τιμή (από ένα πχ ζωγραφικό έργο). Και αυτή η χαμηλότερη τιμή γίνεται το μέσον που θα βοηθήσει το έργο σου να ταξιδέψει σε τόπους εκτός των «κλειστών» πελατών των γκαλερί, μια και το έργο σου μπορεί να αποκτηθεί πολλαπλώς εύκολα από αυτόν ή αυτούς που θα το εκτιμήσουν.
Η πολλαπλότητα και η χαμηλή τιμή πώλησης, όμως, είναι το ιδεολογικό πλεονέκτημα της χαρακτικής.
Το πρωτεύον είναι η ιδιαιτερότητα της φόρμας της.

2)Πείτε μας κάποια πράγματα για τη χαρακτική. Πώς δουλεύετε;


Στη χαρακτική δημιουργείς, σκαλίζεις ή χαράσσεις μία μήτρα, φτιάχνεις κάτι σαν σφραγίδα, και από αυτήν, με το κατάλληλο μελάνωμα τυπώνεις τα τελικά σου έργα.
Το χαραγμένο ξύλο, λινόλεουμ, μέταλλο ή όποια άλλη επιφάνεια, δεν είναι το χαρακτικό έργο, είναι η μήτρα από την οποία θα προέλθει το τελικό χαρακτικό. Το τελικό χαρακτικό έργο είναι το αποτέλεσμα αυτού του τυπώματος επάνω σε οτιδήποτε υλικό, συνήθως χαρτί και ύφασμα, αλλά και ότι άλλο κρίνεται καταλληλότερο για να εκφράσει το ζητούμενο του δημιουργού.
Συνήθως, από κάθε μήτρα (για να καταλάβουμε τη λογική του οικονομικού έργου) τυπώνουμε όσα έργα θέλουμε, μέχρις να καταστραφεί από τη χρήση η μήτρα. Στην πράξη δε συμβαίνει αυτό. Είτε γιατί δεν πρόκειται να πουλήσουμε άπειρο αριθμό έργων από κάθε συγκεκριμένη μήτρα, είτε γιατί η αγορά έχει επιβάλει και εδώ τους κανόνες της. Και οι γραμμένοι και άγραφοι κανόνες των πολλαπλών ζητάνε να δηλώνουμε επάνω σε κάθε έργο το πόσα έργα τυπώθηκαν ή θα τυπωθούν από αυτή τη μήτρα, και ποιο από αυτά είναι το κάθε συγκεκριμένο.


3)Πώς αποφασίσατε να εκθέσετε τώρα τη δουλειά που δημιουργήσατε πριν από τόσα χρόνια;


Μετά από μία πλημύρα, παρουσιάστηκε η ανάγκη να καθαριστεί η αποθήκη. Κατά τη διάρκεια αυτών των εκκαθαρίσεων παρουσιάστηκαν μπροστά μου/μας ψήγματα ενός παρελθόντος, με πολύ δουλειά. Ανάμεσά τους και τα «Χαρακτικά για τη Θεσσαλονίκη».
Οι φίλοι δεν τα γνώριζαν. Πολλά από αυτά είχαν μείνει και στην πρώτη τους φάση. Υπήρχε ένας έντονος πυρετός να βρεθούν όλα ή όσα περισσότερα μπορούσαμε, να τα ξαναενώσουμε σαν τμήματα μίας πολυετούς εργασίας, που ούτε ο δημιουργός τους (χαμένος στην καθημερινότητα) δεν τα είδε (ποτέ) ως ενιαίο σύνολο.
Αυτή η βουτιά στο παρελθόν, όπως καταλαβαίνει ο καθένας, δεν έχει τέλος. Συνεχίζεται. Ατυχώς για τα νέα μου ενδιαφέροντα, άνοιξα τους ασκούς του Αιόλου.

4)Tι ακριβώς περιλαμβάνει η έκθεση;


Η έκθεση περιλαμβάνει 11 ασπρόμαυρα χαρακτικά μου μεσαίων και μεγάλων διαστάσεων. 11 ξυλογραφίες και λινόλεουμ που απεικονίζουν την πόλη της Θεσσαλονίκης πριν τον εικοστό αιώνα. Πρόκειται για έργα που ανήκουν στην ευρύτερη κατηγορία γενικής (από μακριά) παρουσίασης πόλεων, αυτή που περιφραστικά ονομάζουμε πορτρέτο μιας πόλης.
Εξ ου, λοιπόν, και ο τίτλος της έκθεσης «Πορτρέτα συμπρωτεύουσας» και σαν σχόλιο στην ιστορία της πόλης αυτής, που 2400 σχεδόν χρόνια, βρισκόταν και βρίσκεται στη δεύτερη μοίρα, δεύτερη στη σειρά πίσω από κάποια άλλη πόλη/πρωτεύουσα.
Αυτό είναι το θέμα μου.
Η μορφή και ο χαρακτήρας, όμως, που έχουν αυτά τα πορτρέτα της Θεσσαλονίκης, διαφέρει από έργο σε έργο. Μετά από μακροχρόνια έρευνα αναγνώρισα κάποια από τα χαρακτηριστικά της κάθε σχολής δημιουργίας πορτρέτων πόλεων (χαρακτηριστικά που τόσο διαφέρουν μεταξύ τους), τα εφάρμοσα (τότε) στην πραγματική τοπιογραφία της πόλης και δημιούργησα Θεσσαλονίκες, (που τις βλέεις, όπως λέει ο Καββαδίας και ο Πεντζίκης, από τη θάλασσα), όπως θα τις χαράσσανε (ανά τους αιώνες) οι χαράκτες / πορτρετίστες πόλεων, αν την είχανε δει.



5)Έχετε γεννηθεί στην Αθήνα. Ποια είναι η σχέση σας με την πόλη της Θεσσαλονίκης;


Στη Θεσσαλονίκη βρέθηκα από επιλογή. Δοκιμαστικά στην αρχή και με σιγουριά στη συνέχεια. Έφυγα από την Αθήνα και το Παλαιό Φάληρο, δίχως να έχω φύγει επί της ουσίας, μια και για τρία σχεδόν χρόνια ζούσα και εδώ και εκεί. Ανεβοκατέβαινα με αεροπλάνο δύο τουλάχιστον φορές την εβδομάδα, για συνεδρίες, συσκέψεις, εγκαίνια κτλ.
Όταν δε μπορούσε να συνεχιστεί αυτό, η απόφαση ήταν οριστική.
Γνώριζα τα καλά της Αθήνας, αλλά είχα πλέον καταλάβει και τις ιδιαιτερότητες αυτής της πόλης. Διάλεξα να μη συνεχίσω το εξαντλητικό κυνήγι της δημοσιότητας και της πρώτης γραμμής (με ότι αυτό συνεπάγεται). Επέλεξα να ζήσω σα δημιουργός στην ήσυχη και χαλαρή ζωή της Θεσσαλονίκης, που ιδιαίτερα εκείνη την εποχή στα εικαστικά έμοιαζε και ήταν ένα μεγάλο χωριό. Έγραψα στο βιογραφικό μου «αυτοεξορίστηκε στη Θεσσαλονίκη» και ξέμπλεξα δια παντός με το ναό του Ελληνικού κέντρου, τα ΜΜΕ της εποχής και την «υπαρκτότητα» μέσω αυτών, τις πωλήσεις κτλ.
Τη Θεσσαλονίκη την αγαπώ και κάνω ότι μπορώ για αυτήν, σαν αντί-δωρο για ότι μου προσφέρει.



6)Ασχολείστε με τη φωτογραφία, τη ζωγραφική και τη χαρακτική. Ποια από αυτές τις τρεις τέχνες ξεχωρίζετε και γιατί;


Το κάθε μέσον προσφέρεται για διαφορετικές λύσεις στα ίδια ερωτήματα. Ο ρεαλισμός της φωτογραφικής εικόνας, η ποιητική του χρώματος και η σκληρότητα της γραφής είναι οι συνήθεις λόγοι για τους οποίους επιλέγω τη μία ή την άλλη μορφή έκφρασης. Κάποιες φορές τις ανακάτεψα (πειραματικά) κι όλας.
Πρακτικά θα έλεγα πως αυτή η δυνατότητα να μεταπηδώ από το ένα μέσον στο άλλο, κάποιες φορές και με τη γραφή, μου χάρισε δυνατότητες, με βοήθησε και στο να μην «μπλοκάρω», να μένω ελεύθερος από τις απαιτήσεις της αγοράς, να μην αντιγράφω τον εαυτό μου, να προσαρμόζομαι παιχνιδιάρικα σε διαφορετικά πλάνα κ.α.



7)Γιατί να επισκεφτεί κάποιος την έκθεση στη Ζώγια; Τι θα αποκομί σει;


Θα απολαύσει τον καφέ και τη συζήτηση με τους δικούς του σε ένα διαφορετικό περιβάλλον. Ίσως γνωρίσει και τον καλλιτέχνη. Ίσως, διαβάζοντας τα έργα, αγαπήσει την πόλη του, ίσως μάθει λίγα περισσότερα για τη χαρακτική, ίσως ευχαριστηθεί την υπενδεδυμένη εργασία στα έργα. Είναι πολλοί οι λόγοι, αλλά δεν θα ήθελα να τους αναφέρω, ως άμεσα εμπλεκόμενος.
Το ενδιαφέρον θα ήταν να μας λέγανε τη γνώμη τους, όσοι επισκέφτηκαν την έκθεση ή θα την επισκεφτούν.