1. Mind the art
  2. Βιβλίο

Βιβλίο | Μπερλίν, η πόλη της μνήμης

γράφει η Εύα Κουκή

Διαβάζω μανιωδώς υλικό που αφορά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, το Ολοκαύτωμα, τον αντισημιτισμό. Ψάχνω βιβλία, βλέπω ντοκιμαντέρ και σχετικές ταινίες, καταπιάνομαι με οτιδήποτε σχετικό με αυτήν τη θεματολογία. Δεν μπορώ να εξηγήσω ακριβώς το γιατί. Κάτι, πάντως, με τραβάει σε όλο αυτό και θέλω να μάθω περισσότερα πράγματα, να λάβω περισσότερες γνώσεις, να προσεγγίσω αυτό το κομμάτι της ιστορίας. Πάντα με σεβασμό απέναντι σε αυτό που αντικρίζω.


Πάντα με γνήσιο ενδιαφέρον γι' αυτό. Φέτος το καλοκαίρι, μετά από πολύ προσωπική μελέτη, επισκέφτηκα το Άουσβιτς. Τώρα, νομίζω πως το «Μπερλίν» ήρθε στα χέρια μου την κατάλληλη στιγμή.


Το «Μπερλίν» είναι ένα πολύ ιδιαίτερο βιβλίο. Πολύ διαφορετικό απ' όσα έχω διαβάσει που να προσεγγίζουν ευρύτερα αυτήν τη θεματολογία. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό αφήγημα που άλλοτε μοιάζει με ντοκιμαντέρ, άλλοτε με δοκίμιο, άλλοτε με δημοσιογραφική έρευνα. Είναι μια αυτομυθοπλασία με φόντο το Βερολίνο. Η Άντζη Σαλταμπάση εκκινεί από το σημερινό Βερολίνο, την πόλη που χτίστηκε πάνω στη μνήμη. Και αυτό είναι το «Μπερλίν», μια καταβύθιση στη μνήμη και στο τραύμα. Έχοντας ως σκηνικό την πόλη, η αφηγήτρια του βιβλίου διανύει μια διαδρομή που ξεκινά απ' το παρόν, φτάνει πολλές φορές στο παρελθόν και επιστρέφει στο παρόν. Αυτή η συνδιαλλαγή του παρόντος με το παρελθόν κάνει πρόσφορο το έδαφος για μια διττή αναζήτηση, ιστορική μα συνάμα και προσωπική. «Το Βερολίνο είναι ιδανική πόλη για να καταδυθείς στον εαυτό σου», είναι η φράση με την οποία ξεκινά το βιβλίο. Το κρύο και η απουσία του ήλιο βοηθά σε αυτό. Η αφηγήτρια ζει στο παροντικό Βερολίνο, στην πόλη που αναπτύσσεται με ταχείς ρυθμούς, μα ταυτοχρόνως προσπαθεί να διασώσει το Βερολίνο του παρελθόντος και την Ιστορία που κρύβεται σε κάθε του γωνιά. Η αφηγήτρια είναι Ελληνίδα, γνωρίζει καλά τη γερμανική γλώσσα και κουλτούρα, έχει μεταναστεύσει στη Γερμανία μεσούσης της οικονομικής κρίσης και ζει εκεί με το παιδί της και τον εβραϊκής καταγωγής σύζυγό της. Καθώς περιδιαβαίνει την πόλη, «σκοντάφτει» πάνω στην Ιστορία, μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά, καθώς στην πόλη υπάρχουν σε πολλά σημεία τα Stolpersteine, οι λίθοι μνήμης. Και έτσι δημιουργείται ένα σκηνικό που γεννιέται μέσα από την αντίφαση: τα άλλοτε τραυματισμένα μέρη σήμερα σφύζουν από ζωή χωρίς να προδίδουν το επώδυνο παρελθόν τους. Μα για όποιον θέλει να ψάξει, πίσω από την κίνηση της πόλης κρύβεται πάντα το εβραϊκό παρελθόν, η μνήμη και τα τραύματα.


Όπως προαναφέρθηκε, μαζί με την ιστορική αναζήτηση λαμβάνει χώρα και η προσωπική αναζήτηση, καθώς η αφηγήτρια επισκέπτεται έναν ψυχίατρο και μέσα από τις συνεδρίες μαζί του, καταδύεται στον εαυτό της. Προβαίνει σε αυτό για να συμφιλιωθεί με την αντίφαση και τη ματαίωση ως πυρηνικά συστατικά της ύπαρξης, σημειώνει σε κάποιο σημείο της αφήγησης. Και όλο αυτό συμβαίνει παράλληλα με την κατάδυση στην ιστορία του Ολοκαυτώματος, που ο καλύτερος τρόπος για να το προσεγγίσει κανείς, σύμφωνα με την αφηγήτρια, είναι να γνωρίσει τα θύματα και του επιζώντες, να μάθει τις ιστορίες τους, να περπατήσει εκεί που περπάτησαν. Σε όλη αυτή τη νοητή διαδρομή στο παρελθόν η αφηγήτρια στοχάζεται, αναρωτιέται, προβληματίζεται και διαπιστώνει πολλά πράγματα. Πως είναι δύσκολο ως επισκέπτες των στρατοπέδων να καταλάβουμε τι πραγματικά έγινε, μόνο τα θύματα μπορούν να καταλάβουν. Πως ώρες ώρες είναι ασύλληπτο η ζωή να συνεχίζεται τόσο φυσικά και τόσο κανονικά μετά από όλα αυτά. Πως η συλλογική μνήμη είναι βαριά κι ασήκωτη μερικές φορές και πως χρειάστηκαν πάρα πολλά χρόνια για να μπορέσουν να μιλήσουν για όλα αυτά οι Γερμανοί.


Πως οι ενοχές και ο αντισημιτισμός μοιάζει να συνυπάρχουν πάντα. Η πιο σημαντική διαπίστωση, όμως, είναι πως το παρελθόν είναι εξίσου επώδυνο για όλους. Και για του θύτες και για τα θύματα. Μα κυρίως για τους απογόνους και των δύο πλευρών, που στους ώμους τους πέφτει το βάρος της διαχείρισης ενός πολυσύνθετου και δύσκολου κομματιού της Ιστορίας και γι' αυτό πολλές φορές η διαχείριση αυτή μοιάζει να χάνει την ισορροπία της.


Το βιβλίο ρέει μέσα από τον μακροπερίοδο λόγο του και διαβάζεται απνευστί. Η Άντζη Σαλταμπάση πετυχαίνει μέσα από ένα μικρό σε έκταση κείμενο (περίπου 100 σελίδων) να ξετυλίξει μέσω της αφήγησής της ένα μεγάλο και δύσκολο θέμα. Και με το τρόπο αυτό καταφέρνει να συμπαρασύρει τον αναγνώστη στο συλλογισμό της. Σε αυτό το οδοιπορικό στο παρελθόν πιθανότατα θα καταδυθεί και ο αναγνώστης στον εαυτό του. Τέλος, αξίζει να επισημανθεί το εξαιρετικής αισθητικής εξώφυλλο, σε επιμέλεια της Μαρίας Τσουμαχίδου (με τη φωτογραφία του μνημείου του γλύπτη Karl Biedermann με στίχους της Nelly Sachs για τη βίαιη εκδίωξη και την εκτόπιση των Εβραίων του Βερολίνου από τους Ναζί) και η συνολικότερη επιμέλεια των εκδόσεων Πόλις.