1. Mind the art
  2. Βιβλίο

Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ | Η άμυνα του Λούζιν: Το παιχνίδι που γίνεται εμμενής πραγματικότητα

γράφει ο Θοδωρής Μπόνης

Η ολοκληρωτική αφοσίωση σε κάτι ενέχει τον κίνδυνο της αυτοκατάργησης του ατόμου.



Η πρακτική φιλοσοφία του Αριστοτέλη συνίσταται στο ότι κάθε πράξη τείνει προς το αγαθό. Παρόλα αυτά, θεμελιώδης προϋπόθεση για την ανθρώπινη ευδαιμονία είναι η συμμόρφωση με την έννοια της «μεσότητας», η οποία λειτουργεί αντιστικτικά ως προς την υπερβολή στο Β' βιβλίο την Ηθικών Νικομαχείων (1107b, 5-7): «περί ἡδονάς καί λύπας ἁπάσας, ἧττον δε περί τάς λύπας, μεσότης μέν σωφροσύνη, ὑπερβολή δε ἀκολασία». H περίπτωση του νωχελικού και εσωστρεφούς Λούζιν καταδεικνύει το αδηφάγο κυνήγι μιας πανταχού παρούσας – «κατά κίνησην» κατά τον Επίκουρο – ηδονής: το σκάκι.


Τα μοναχικά παιδικά χρόνια, η μόνιμη αποστασιοποίηση από τους γονείς, η αποστροφή προς την κοινωνική ζωή συνετέλεσαν στην αναζήτηση του βαθύτερου νοήματος στη ζωή. Ο νεαρός Λούζιν σκεφτόταν περισσότερο από τα υπόλοιπα παιδιά της τάξης του, υστερούσε στον αθλητισμό, γνώριζε τις ιδιαιτερότητές του, αλλά αποφάσισε ενσυνείδητα να μη συμβιβαστεί για να γίνει αρεστός στον περίγυρό του. Το σκάκι τον συνεπήρε από την πρώτη στιγμή. Ο Λούζιν που έβλεπε τριγύρω του αντιπάλους ένιωθε ότι μπορούσε πλέον να τους αφοπλίσει. Τα 64 κουτιά της σκακιέρας άρχισαν να απορροφούν τη ζώσα καθημερινότητα και μαζί την ίδια του την ατομικότητα. Από μαχόμενος περιέπεσε στην αιχμαλωσία: ούτε ο έγγαμος βίος του με μία κοπέλα που το όνομά της δεν αναφέρεται από τον συγγραφέα καταφέρνει να αποτρέψει τον πρωταγωνιστή από την κατάρρευση.

«Αλλά από κείνη την ημέρα δεν υπήρχε στιγμή ανάπαυλας για τον Λούζιν – όφειλε, αν μη τι άλλο, να επινοήσει μια άμυνα ενάντια σ' εκείνο τον δόλιο κι επίβουλο συνδυασμό, ν' απελευθερώσει τον ευατό του απ' αυτόν, και για τούτο έπρεπε να προβλέψει τον απώτερο στόχο του συνδυασμού, που όμως δεν ήταν προς το παρόν κάτι επιτεύξιμο. Και η σκέψη ότι εκείνη η επανάληψη θα συνεχιζόταν κι άλλο ήταν τόσο τρομακτική, ώστε θα 'θελε να αναβάλει για πάντα το παιχνίδι, να παγώσουν όλα, και την ίδια στιγμή παρατηρούσε ότι συνέχιζε να υπάρχει, ότι κάποιο είδος προετοιμασίας είχε τεθεί σε κίνηση, κάποια έρπουσα εξέλιξη που δεν ήταν ικανός να την ακινητοποιήσει και να σταματήσει την πορεία της.»


Με το τρίτο κατά σειρά μυθιστόρημά του με τίτλο Η άμυνα του Λούζιν, ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ στηλιτεύει την παθολογική εξάρτηση των ανθρώπων και αποκαλύπτει τον αρνητικό χαρακτήρα της ιδιοφυΐας, όταν η τελευταία δεν αξιοποιείται με σωφροσύνη. Ο συγγραφέας παρατηρεί τον Λούζιν καθ' όλη τη διάρκεια της σύντομης ζωής του. Η γραμμική αφήγηση, οι στατικές εικόνες και η έλλειψη ανατροπών αφαιρούν από το έργο τη δυναμική της αναγνωστικής αγωνίας, αλλά συνάμα φωτίζουν διαρκώς τον θεματικό πυρήνα του μυθιστορήματος: την επικράτηση των εσωτερικών συγκρούσεων σε βάρος της αγάπης.



Ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ γεννήθηκε τον Απρίλιο του 1899 στην Αγία Πετρούπολη από εύπορους γονείς που ανήκαν στη ρωσική αριστοκρατία. Μετά τη Σοβιετική Επανάσταση το 1917, κατέφυγαν στην Κριμαία. Δύο χρόνια μετά, μετακόμισαν στην Αγγλία, όπου ο Ναμπόκοφ σπούδασε ζωολογία, ρωσική και γαλλική λογοτεχνία στο κολλέγιο Τρίνιτι του Κέμπριτζ. Την περίοδο 1922-1937 παρέμεινε στο Βερολίνο, όπου ξεκίνησε η συγγραφική του αναγνώριση. Τις δεκαετίες 1940 και 1950 δίδαξε λογοτεχνία στο πανεπιστήμιο του Ουέλεσλι και του Κορνέλ, ενώ από τη δεκαετία του 1960 μέχρι τον θάνατό του το 1977 στην ελβετική πόλη, Μοντρέ, ασχολήθηκε εξ ολοκλήρου με τη συγγραφή. Ανάμεσα στα πιο σπουδαία του έργα συγκαταλέγονται τα Μίλησε, Μνήμη, Λολίτα, Χλωμή Φωτιά και Άντα. Συνθέτης σκακιστικών προβλημάτων, ο Νναμπόκοφ συνέγραψε την Άμυνα του Λούζιν το 1930 κατά την παραμονή του στο Βερολίνο. Ο χαρακτήρας του Λούζιν βασίστηκε στον Κερτ βον Μπαρντελέμπεν, ενώ το μυθιστόρημα στην σοβιετική κινηματογραφική ταινία Chess Fever (1925), με πρωταγωνιστή τον παγκόσμιο πρωταθλητή στο σκάκι από το 1921 έως το 1927, Χοσέ Ραούλ Καπαμπλάνκα (1988-1942).



Συγγραφέας: Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ

Τίτλος: Η άμυνα του Λούζιν

Τίτλος πρωτοτύπου: The Defense (1963)

Μετάφραση: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Εκδόσεις: Μεταίχμιο (2016)

Σελίδες: 342