1. Newsroom

Έφυγε σήμερα από τη ζωή ο σκηνοθέτης Σταύρος Τσιώλης

>>>>

Με ένα αποχαιρετιστήριο μήνυμα από τη σελίδα του αγαπημένου μας σκηνοθέτη, πληροφορηθήκαμε σήμερα το πρωί πως ο Σταύρος Τσιώλης ταξίδεψε στους ουρανούς.


(φωτογραφία: Κατερίνα Σαμαρτζή / FOSPHOTOS)


Ο Σταύρος Τσιώλης, γεννημένος στην Τρίπολη το 1937, ήταν σκηνοθέτης του νέου Ελληνικού κινηματογράφου και τα τελευταία χρόνια γράφει έργα για το θέατρο. Σπούδασε κινηματογράφο στην σχολή του Σταυράκου στην Αθήνα και από το 1958 έκανε όλες τις δουλειές γύρω από τον κινηματογράφο, πολλές από τις οποίες έγιναν για λογαριασμό της Φίνος Φιλμ. Το 1970 με την ταινία του Κατάχρηση εξουσίας, έρχεται στο επίκεντρο της προσοχής και αμέσως μετά ο σκηνοθέτης σιωπά για 15 ολόκληρα χρόνια. Η επάνοδος του όμως το 1985 μετά από όλα αυτά τα χρόνια, ήταν τόσο βροντερή που θαρρείς και υπέμεινε έναν αβάσταχτο πόνο μέσα την σιωπή για αυτή την στιγμή.


Δημιουργός και όχι εκτελεστικός σκηνοθέτης


Οι ταινίες του Τσιώλη έχουν ένα ιδιαίτερο προσωπικό ύφος. Ιστορίες από το Λούμπεν προλεταριάτο ή ακόμα και ανθρώπων με πλήρη ταξική συνείδηση, αυτοσχεδιασμοί πάνω στο γύρισμα και χρήση ερασιτεχνών ηθοποιών. Απροπό, η λέξη ερασιτέχνης κρύβει μέσα τον έρωτα και την τέχνη. Προσωπικά, ο βοσκός στο Παρακαλώ γυναίκες μην κλαίτε, ήταν ο καλύτερος support ρόλος από μη εκπαιδευμένο ηθοποιό που έχω δει σε Ελληνική ταινία. Οι ταινίες του όπως άλλωστε και ο ίδιος έχει δηλώσει είναι ταινίες περιπλάνησης, με τους ήρωες να θέλουν ορισμένες φορές μα ξεπεράσουν τον εαυτό τους και να αισθανθούν δυνατότεροι. Να ζήσουν για λίγο μια ψευδαίσθηση αν προτιμάτε. Η σαθρή φιλοδοξία τους όμως γκρεμίζεται την αμέσως επόμενη στιγμή από ένα άσχετο γεγονός το οποίο ο σκηνοθέτης φρόντιζε με μαεστρία να δημιουργήσει. Ο Σταύρος Τσιώλης είναι ένα είδος από μόνος του και όπως αναφέρει στην Ιστορία του Ελληνικού Κινηματογράφου ο Γιάννης Σολδάτος, '' Ο Τσιώλης έχει φτιάξει σχολή, έστω και αν μοναδικός δάσκαλος και μαθητής αυτής της σχολής είναι ο ίδιος''.


Τεχνικές

Είναι ξεκάθαρο ότι ο Τσιώλης δεν είναι Μπρεχτικός. Σε όλες τους τις ταινίες αναζητά την αμεσότητα, την απόλυτη έκθεση των γεγονότων - χαρακτήρων και την επικοινωνία. Αυτός είναι και ο λόγος που επιλέγει μη εκπαιδευμένους ηθοποιούς να εκπροσωπήσουν τους ήρωες του. Χρησιμοποιεί άρτια στημένα και χορογραφημένα μονοπλάνα που προσδίδουν απόλυτη φυσικότητα στην αφήγηση, χωρίς ανώφελα κοντινά. Τι να πει κανείς και για την μουσική στις ταινίες του. Κλασσική μουσική, τοπικές παραδοσιακές ορχήστρες, σκυλάδικα και πλανόδιοι μουσικοί. Το άξιο αναφοράς είναι ότι χρησιμοποιεί όλα αυτά τα είδη με ακριβή χρήση και με μεγάλη άνεση, κάτι που δείχνει ότι τα γνωρίζει καλά.


Σκηνή από την ταινία «Aς περιμένουν οι γυναίκες» του Σταύρου Τσιώλη


Συνεντεύξεις


Κάπου εδώ αισθάνομαι την ανάγκη να αφήσω τον ίδιο τον σκηνοθέτη να μιλήσει, για αυτό τον λόγο παραθέτω αποσπάσματα συνεντεύξεων του ( ή καλύτερα ανοργάνωτες συνομιλίες από ανθρώπους που επιχείρησαν να του πάρουν συνέντευξη ), τα οποία θεώρησα σημαντικά και ουσιαστικά για την ανάγνωση αυτού του χαρακτήρα.


· Όταν γυρνάς μετά από δέκα πέντε χρόνια στο χώρο, δε μπορείς να ξεφύγεις από έναν κινηματογράφο αυτοβιογραφικό. Πρώτα, θέλεις να εξομολογηθείς τον πόνο και σιγά – σιγά, μόλις καθαρίσεις με αυτόν τον λογαριασμό, είναι σα να φεύγουν τα σύννεφα και ανακαλύπτεις ότι η ζωή είναι απίστευτα σπάνιο και όμορφο πράγμα.


· Θεωρώ δε ότι υπάρχει ένα τεράστιο κρυμμένο δυναμικό στην καινούργια γενιά Ελλήνων σκηνοθετών που μπορεί να κάνει τη μεγάλη «ελληνική σχολή». Εγώ πάντως την ονειρεύομαι...


· Εκεί που μεγάλωσα εγώ στην Τρίπολη δεν επιτρέπεται στον άντρα να ερωτευθεί και να διαλύσει την οικογένειά του, πρέπει να είναι ανώτερος. Με το "είσαι άντρας ρε, ξέχασε την" μεγαλώναμε. Κι αν κάποιος τύχαινε να εκπέσει, του κόβανε την καλημέρα, έπαυε πια να είναι "έμπιστος".


· Χρειάζεται αγάπη, αλληλοσεβασμός κι επικοινωνία με τις γυναίκες – όχι έρωτας. Αυτό το κατάλαβα μετά τα 60. Μέχρι τότε φυσικά ούτε που το είχα σκεφτεί».


· Τον Μπακιρτζή δε, τον έλεγα Ρόμπερτ Ντε Νίρο.


· Ε όχι, τώρα να ξανακάνω κινηματογράφο; Η γενιά μου άφησε το λυχναράκι αναμμένο στον ελληνικό κινηματογράφο και κάτι βρήκαν και οι νεότεροι. Κακοφτιαγμένα βέβαια, τα φεστιβάλ, οι χρηματοδοτήσεις, όλα. Αλλά ο ελληνικός κινηματογράφος έχει ένα παρελθόν. Κι εγώ είμαι ένα παρελθόν και αισθάνομαι ότι με σέβονται και με συμπαθούν. Δεν μπορώ όμως να διεκδικήσω λεφτά και να κόψω τη δυνατότητα ενός παιδιού τριάντα χρόνων να κάνει τη δική του ταινία. Ονειρεύομαι ταινίες, αλλά τώρα θα τις κάνω θέατρο. Έχω αυτό το κόλπο τώρα, σαν μετασχηματιστής. Πώς μπολιάζεις το δέντρο; Κι εκεί που πάει να βγει αμυγδαλίτσα, να σου που βγαίνει αχλαδιά.


· Πηγαίναμε στο Μοναστηράκι με μαγνητόφωνα και γράφαμε. Περιμέναμε να γίνει καμιά φασαρία, να πάμε μετά να το απομαγνητοφωνήσουμε, να τού βάλουμε κι έναν τίτλο και να το πάμε στον Κουν.


· Έχω μεγάλο σεβασμό για τους σκηνοθέτες του θεάτρου. Διότι για εμάς του κινηματογράφου είναι πιο εύκολο να έχουμε ρυθμό με τις αλλαγές τοπίων και με το μοντάζ. Στο θέατρο, ο σκηνοθέτης τι να κάνει; Έχει τρία πρόσωπα, ένα ντεκοράκι, ένα σαλονάκι που κάθονται εκεί πέρα… πού να εφεύρει πράγματα να μας ανεβάσει;


· Είμαι 77 χρονών – καμιά φορά μου λένε χρόνια πολλά, γυρίζω και ρωτάω "σε μένα το λέτε;". Από μια ηλικία και μετά είναι απλούστατα όσο τη βγάλουμε».