1. Mind the art
  2. Θέατρο

Γρανάδα, η πόλη της Ουτοπίας

γράφει η Ιωάννα Λιούτσια


Γρανάδα. Πόλη στην περιοχή της Ανδαλουσίας στην Ισπανία, που κατά την επικρατούσα άποψη πήρε το όνομά της από το μεγάλο πλήθος από ροδιές που καλλιεργείται στην περιοχή και το ισπανικό τους όνομα είναι "γκρανάδα". Γρανάδα και ο τίτλος της παράστασης του Γιάννη Καλαβριανού (Εταιρεία θεάτρου Sforaris) που παρακολουθήσαμε στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών ως μετάκληση του ΚΘΒΕ.


Ποιος δεσμός ενώνει τις δύο αυτές πόλεις, την πραγματική Γρανάδα με την Γρανάδα του έργου; Ο ίδιος δεσμός που μπορεί να ενώσει μια τοπιογραφική veduta (τάση ρεαλιστικής αναπαράστασης ενός τοπίου) με ένα αντίστοιχο capriccio (φανταστική τοπιογραφική σύνθεση, ενός μέρους ή ενός συνόλου που δεν υπάρχει). Δεν χρησιμοποιώ τυχαία όρους από την ζωγραφική για να μιλήσω γι' αυτό το έργο. Ο σκηνικός χώρος, που επιμελήθηκε η Ευαγγελία Θεριανού, με πλήθος πίνακες που απεικονίζουν την Ιωάννα της Καστίλλης - την αποκαλούμενη και Τρελή, να οριοθετούν το χώρο, τους ανθρώπους και ολόκληρο το δραματικό και σκηνικό σύμπαν, είναι εκείνο που με οδήγησε στην επιλογή αυτή.


Έχουμε, λοιπόν, αφενός μια πραγματική ιστορία μιας οικογένειας με διάφορα προβλήματα επικοινωνίας (μια veduta δηλαδή) και αφετέρου, μια ιστορία που τρέχει παράλληλα με την κύρια, προβάλλεται μόνο μέσα από τον λόγο και τους πίνακες ζωγραφικής, και αφορά κάτι πολύ μακρινό, κάτι σχεδόν θρυλικό. Την ιστορία της βασίλισσας Ιωάννας της Τρελής (capriccio). Ανάμεσά τους, ένα video, που ενώνει το παρελθόν - το παρόν – το μέλλον. Η τυχαιότητα είναι που δημιουργεί την πραγματικότητα, επομένως και την φαντασία, κι έτσι το video αυτό προσπαθεί να συνενώσει τις δύο δομές της παράστασης μιλώντας ταυτόχρονα και για το περιεχόμενό του: το παράφορο πάθος και τον θάνατο.


Θεωρώ κύρια αρετή της παράστασης αυτή τη σύνδεση σε επίπεδο ιδέας και εκτέλεσης. Μια επιτελεστική φόρμα που φαίνεται χαλαρή, σχεδόν λυμένη απ' τα σκοινιά της κι όμως κρύβει μια ισχυρά πλεγμένη δραματουργία. Ο Γ. Καλαβριανός συνέχισε την παράδοση των παραστάσεών του με κείμενα που σφύζουν από χιούμορ αλλά παίζουν και με τις πιο ευαίσθητες και ευσυγκίνητες χορδές του θεατή, χωρίς να εκβιάζουν ή να απαιτούν όμως τίποτα από αυτόν. Περιττό και ευτελές για την παράσταση υλικό το αράδιασμα "τσιτάτων" – ακόμη κι εν είδει μονομαχίας ανάμεσα σε μορφωμένους ανθρώπους όπως οι κεντρικοί χαρακτήρες. Αυτοί οι χαρακτήρες θα μπορούσαν να βρουν δικά τους λόγια, όπως συμβαίνει σ' όλο το υπόλοιπο έργο, για να εκφράσουν το χαώδες κι εμμονικό πάθος τους.


Η σκηνοθεσία του Γ. Καλαβριανού κινήθηκε επίσης σε γνώριμους δρόμους. Μία σκηνοθεσία που μοιάζει ελεύθερη και ατίθαση, που φανερώνει και προδίδει ότι όλα είναι μια ιστορία – ένα παιχνίδι - μια κατασκευή, και που ξέρει σωστά να ισορροπεί και να αποφεύγει τους μελοδραματισμούς. Χρόνια συνεργάτης του σκηνοθέτη και – υποψιάζομαι – τέλειος εκφραστής αυτής της σκηνοθετικής άποψης αποτελεί ο Γιώργος Γλάστρας στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Πάντοτε με την ιδιαίτερη σκηνική του παρουσία, ξεχώρισε στο αργό του flamenco που αποτέλεσε μια εξαιρετική σκηνοθετική και εικαστική στιγμή. Ωστόσο είμαι αντίθετη στον τρόπο με τον οποίο τo flamenco εμφανιζόταν κατά διαστήματα στην παράσταση, άτεχνα και πρόχειρα. Ασαφής σκηνοθετικά και η λειτουργία της εισόδου του νέου προσώπου, της Χριστίνας. Ήρθε να "ζωντανέψει" το σπίτι; Να ξυπνήσει παλιές αναμνήσεις; Ποιος είναι ο ρόλος και η θέση της σ' αυτήν την οικογένεια;


Εκείνη που πραγματικά ξεχώρισε επί σκηνής, έχοντας την καλύτερη σύνδεση μεταξύ πραγματικότητας και φανταστικού, αμεσότητα, στιβαρότητα αλλά και χιούμορ, ήταν η Έφη Σταμούλη. Οι υπόλοιποι (Φιλαρέτη Κομνηνού, Στέφη Πουλοπούλου, Αλεξία Μπεζίκη, Διαμαντής Αδαμαντίδης) είχαν τις καλές στιγμές τους, αλλά περισσότερο ήταν να ψάχνουν πού να πατήσουν, σαν να έχουν αφεθεί τελείως ελεύθεροι από τον σκηνοθέτη κι ο καθένας να προσπαθεί μόνος του να βρει πού πάει.


Εν κατακλείδι, είναι μια παράσταση που σε διεγείρει, δεν σε αφήνει να βαρεθείς καθόλου. Ο Γ. Καλαβριανός με μια προσέγγιση μάλλον εγκεφαλική, με την κατασκευή ενός μύθου επί σκηνής, καταφέρνει να σε συγκινήσει, αλλά και να σε κάνει να γελάσεις.

Καταφέρνει, βασικά, να νιώσεις.