1. Mind the art
  2. Θέατρο

Η Άννα Βαγενά είναι η Αγγέλα Παπάζογλου

γράφει η Ιωάννα Λιούτσια

Η παράσταση Αγγέλα Παπάζογλου πρωτοανέβηκε το 1999 και όπως σημειώνει το δελτίο τύπου ήταν τότε η πρώτη παράσταση που είχε ως θεματική την μικρασιατική καταστροφή και τους πρόσφυγες. Από τότε έχουμε δει αρκετές παραστάσεις με παραλλαγές στο ίδιο θέμα, ιδιαίτερα φέτος που συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από την καταστροφή. Η Αγγέλα Παπάζογλου είναι μία από αυτές τις παραστάσεις, μία παράσταση που άντεξε στον χρόνο και συνεχίζει την επιτυχημένη της πορεία σε Θεσσαλονίκη κι Αθήνα 23 χρόνια μετά.


Το κείμενο της παράστασης αποτελεί δραματουργική σύνθεση του Λάμπρου Λιάβα πάνω σε υλικό που προέρχεται από το βιβλίο του Γιώργη Παπάζογλου «Ονείρατα της άκαυτης και της καμμένης Σμύρνης». Όσο διαρκεί η παράσταση, γι' αυτήν τη μιάμιση ώρα, το κείμενο μας ταξιδεύει, χάρη βεβαίως στην Άννα Βαγενά, σε περιόδους προ και μετά της καταστροφής, σε εικόνες και περιστατικά που τα μάτια μας εύχονται να μην αντικρίσουν ποτέ. Η αφήγηση δεν ακολουθεί τη χρονολογική σειρά των γεγονότων αλλά μεταπηδά όπως η σκέψη από το ένα στο άλλο, από το ένα αντικείμενο στο άλλο, από τον έναν άνθρωπο και την μία εποχή στην άλλη χωρίς να είναι απαραίτητες οι συνδέσεις μεταξύ τους. Βλέπουμε μέσα από τα μάτια της Αγγέλας Παπάζογλου μια άλλη Ελλάδα. Μια άλλη Ελλάδα από αυτήν που περίμεναν οι πρόσφυγες να βρουν καθώς έρχονταν στην Ελλάδα, αλλά και μία άλλη από αυτή που ζούμε σήμερα.




Την αφήγηση διέκοπταν κατά περιόδους εμβόλιμα μουσικά μέρη, που έτειναν να φωτίσουν – όχι πάντα το ίδιο επιτυχημένα – την αφήγηση που προϋπήρχε ή ακολουθούσε, ή να λειτουργήσουν συνεκτικά. Θα περιμέναμε ίσως και ακόμη περισσότερη και οργανικότερη σχέση με τη μουσική μια που κι η ζωή της ίδιας της Αγγέλας Παπάζογλου ήταν πλημμυρισμένη από τραγούδι και μουσική, ιδιαίτερα κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής της. Το ίδιο οργανικά θα περιμέναμε να είχαν ενταχθεί και κάποιες μικρές δράσεις που συμβαίνουν επί σκηνής ή ακόμη κι η συνομιλία με την νεαρή αναγνώστρια του βιβλίου της ζωής της (κατά κόσμον Κατερίνα Παπαδάκη). Κατά την προσωπική μου άποψη δεν προσφέρουν κάτι περισσότερο από αυτό που δίνει η στιβαρή παρουσία της Άννας Βαγενά.


Ο σκηνικός χώρος λιτός αλλά συμβολικός. Μία σκηνή, ένα «θέατρο πολέμου», κι απάνω του οι ιστορίες των ανθρώπων ιδωμένες ως παράσταση. Τι είναι μυθοπλασία, τι αλήθεια; Όταν περνάνε τα χρόνια όλα τυλίγονται με μυθική αχλύ, οι πρόσφυγες μοιάζουν κάτι μακρινό, ήρωες ενός θεατρικού ή μιας ταινίας. Τη σκηνή ορίζουν τέσσερα κοντάρια σημαίας, που φέρουν πάνω τους μάλιστα τον σταυρό. Έτσι έγιναν οι ανταλλαγές, άλλωστε, με βάση το θρήσκευμα. Παντού γύρω σημαίες, σκισμένες σημαίες, ματαιωμένες σημαίες, ματαιωμένα όνειρα. Η επιλογή του Λιάβα να διατηρήσει στο κείμενο της παράστασης και να δώσει έμφαση στα σημεία όπου η Αγγέλα Παπάζογλου αναφέρεται στη σημαία και στη σημασία που είχε για εκείνη αλλά και το περιβάλλον της να την κρατούν, να τη δείχνουν, να την τοποθετήσουν στην παράγκα τους, φανερώνει την αιώνια προσπάθεια όλων των προσφύγων να ενταχθούν σε μία κοινωνία εχθρική, μία κοινωνία που τους θεωρεί ξένους.




Το δυνατό χαρτί της παράστασης, όμως, είναι μετά βεβαιότητας η Άννα Βαγενά. Ακολουθεί με συνέπεια και πείσμα, με εξαιρετική φωνή και δακρυσμένα μάτια, με έντονο συγκινησιακό φορτίο που μεταδίδει και στον θεατή όλη την ιστορία της Αγγέλας Παπάζογλου. Απλή, οικεία στους τρόπους και τις κινήσεις όπως κάποια γυναίκα της οικογένειάς μας, με εξαιρετικές εναλλαγές και μεταβάσεις από τα πιο ανάλαφρα και κωμικά σημεία – που υπήρχαν κι αυτά σε αφθονία – στα πιο δραματικά. Μακριά από το μελόδραμα, γνήσια συνεπαρμένη από τον ρόλο της, δεν γίνεται να μην εμπλέξει τον θεατή σ' αυτό που συμβαίνει επί σκηνής.


Εν κατακλείδι, μία παράσταση που κρατάει τους θεατές «ζωντανούς» την ώρα της παράστασης, χάρη στην κατακλυσμιαία παρουσία της Άννας Βαγενά που συνεπαίρνει με το μετρημένο της συνδυασμό λόγου και συναισθήματος κάθε θεατή.