1. Mind the art
  2. Θέατρο

Η κωμωδία του Θείου Βάνια

γράφει η Ιωάννα Λιούτσια

Στο δημοτικό θέατρο Πειραιά παρακολουθήσαμε, λίγο πριν μεταβεί στη Θεσσαλονίκη, την παράσταση του έργου του Άντον Τσέχωφ "Θείος Βάνιας" σε σκηνοθεσία του Γιώργου Κιμούλη.


Θα ξεκινήσω λίγο ανορθόδοξα σχολιάζοντας την αφίσα της παράστασης. Πώς συνδέεται αυτή η εξώστρεφη, γεμάτη αυτοπεποίθηση στάση του πρωταγωνιστή Γ. Κιμούλη (θείου Βάνια) με την παράσταση που παρακολουθήσαμε; Δεν συνδέεται. Λανθασμένα μηνύματα – αν και η λεπτομέρεια με τα άνθη δείχνει μια σαφή κατεύθυνση που δίνεται στον ρόλο του Βάνια στην παράσταση. Ενός ηλικιωμένου ανθρώπου που παρά τις κακουχίες, τις απελπισίες και τη μοναχικότητά του καταφέρνει να παραμένει παιδί, να αγαπά σαν παιδί και να ερωτεύεται αθώα και παιχνιδιάρικα. Κι όσο και αν τον πονάει ο έρωτάς του αυτός, να μην παύει να το διασκεδάζει και να απολαμβάνει αυτήν την αλλοπρόσαλλη κατάσταση στην οποία τον φέρνει ο έρωτας.



Η σκηνοθεσία του Γιώργου Κιμούλη προτείνει ένα κλασικό στήσιμο, που ωστόσο έχει μια καινοτομία. Αντιμετωπίζει τον "Θείο Βάνια" όπως κι ο ίδιος ο Τσέχωφ θα το ήθελε, ως κωμωδία. Οι υποκριτικές – αν και διαφέρουν ριζικά η μία από την άλλη, κάποιες φορές σε ακραίο βαθμό μάλιστα λες και παίζουν σ' άλλο έργο ο καθένας – παρουσιάζουν όλες έναν κωμικό τόνο, μια εξτραβαγκάντζα συνηθισμένη στις κωμωδίες. Ο Τάσος Νούσιας πολύ θεατράλε, ο Κιμούλης υπερβολικά φυσικός, γλιστρώντας ανάμεσα στο "παίζω" και "δεν παίζω", η Χαρά Μάτα Γιαννάτου ως Σόνια μ' ένα σύγχρονο ρεαλιστικό παίξιμο και οι Στέλλα Καζάζη και ο Γιώργος Ψυχογιός ως Έλενα και Σερεμπριάκωφ αντίστοιχα, με ένα πιο παλιό ύφος υπόκρισης, πιο έντονο χειρονομιακά και εκφραστικά. Το ίδιο και ο Κώστας Κοράκης ως Τελέγκιν. Η Μαγδα Λέκκα και η Μαίρη Νάνου πιο γειωμένες υποκριτικά, σχεδόν δεν έπαιζαν.


Ο ρυθμός της παράστασης έδινε επίσης ώθηση στο κωμικό στοιχείο. Γι' αυτό οι στιγμές μεγάλης δραματικής έντασης έρχονται ως γνήσια ξαφνιάσματα στον θεατή για να μας θυμίσουν ίσως ότι κάπως έτσι μάλλον είναι τα πράγματα και στη ζωή μας. Εκεί που όλα μοιάζουν ήρεμα ή νομίζουμε πως στη ζωή μας επικρατεί νηνεμία, έρχεται κάτι να σου ταράξει τα νερά. Ένα σοκ. Ένας κόμπος που φτάνει στο χτένι.



Η σκηνογραφία (Χριστίνα Κωστέα) και η ενδυματολογία (Σοφία Νικολαϊδη) δεν παρουσίασαν κάποια πρωτότυπη ιδέα, αλλά κινήθηκαν σε ρεαλιστικά πλαίσια. Θεωρώ προβληματικούς τους φωτισμούς που σχεδίασε η Στέλλα Κάλτσου, κυρίως λόγω της αλλαγής των φωτισμών κατά τη διάρκεια των μονολόγων των ηρώων. Υποθέτω, βέβαια, πως αυτό έγινε κατόπιν συνεργασίας με τον σκηνοθέτη, μια που έτσι κι αλλιώς τα σημεία αυτά των μονολόγων ήταν επί το πλείστον ασαφή και αμήχανα. Δεν λειτούργησε πολύ ο κώδικας της απεύθυνσης εκεί. Τι συνέβαινε; Έπεφτε ο "τέταρτος τοίχος" που ως τότε ήταν παρών και μιλούσαν στο κοινό; Μιλούσαν όντως στο κοινό ή κάπου ψηλά, μακριά, στο υπερπέραν; Ποτέ δεν ξεκαθάρισε αυτό. Το μεγαλύτερο πρόβλημα της παράστασης θεωρώ πως ήταν η χρήση της ηχογραφημένης μουσικής. Σε πολλά σημεία ήταν περιττή, δημιουργούσε απλώς "ψιλή βροχή", μουτζούρωνε και προβλημάτιζε αισθητικά σε σχέση με τη ζωντανή μουσική που επίσης υπήρχε. Αυτός ο συνδυασμός ζωντανής μουσικής και κονσέρβας είναι τελικά πάντα επίφοβος.


Εν κατακλείδι, είναι μια παράσταση που αξίζει κανείς να δει αφενός για την πρόταση να ιδωθεί ως κωμωδία το έργο τούτο, αλλά κυριότερα για το ίδιο το κείμενό της παράστασης. Πρόκειται για ένα αριστούργημα που εκατό και πλέον χρόνια μετά την πρώτη του γραφή, έχει τη δύναμη να μιλάει κατευθείαν στους ανθρώπους για τη μοναξιά τους, την απελπισία τους, την εμμονή τους να ελπίζουν, την δύναμή τους να συνεχίζουν να δουλεύουν δίχως έρωτα. Ναι, θα ζήσουμε θείε Βάνια, αλλά πώς θα ζήσουμε; Συμβιβασμένοι, συνηθισμένοι, παραιτημένοι;