1. Mind the art
  2. Βιβλίο

Η Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη στον Εξώστη

*συνέντευξη στην Εύα Κουκή

Φωτογραφία: Μόνικα Κρητικού


Η τελευταία σας ποιητική συλλογή Η επιστροφή των νεκρών μου φαίνεται πως είναι εξωστρεφής, κοσμοπολίτικη μα συνάμα και βαθιά εσωστρεφής. Μιλά για ό,τι παρατηρεί εν είδει λυρικού ρεπορτάζ και εκφράζεται εκ των έσω. Είχατε σκοπό εξ αρχής να συνδέσετε το μέσα με το έξω ή είναι κάτι που προέκυψε στην πορεία της συγγραφής;


Η σύνδεση του μέσα με το έξω υπάρχει και στις προηγούμενες συλλογές μου, αλλά όσο περνούν τα χρόνια τόσο πιο έκδηλη γίνεται. Από τα Αστικά Ερείπια κιόλας, έβλεπα τον εαυτό μου σαν άνθρωπο που κινείται μέσα στον κόσμο και όχι έξω από αυτόν – δε μ' ενδιέφερε μια εξομολογητική ποίηση (έτσι μπορεί να χαρακτηριστεί, ίσως, η πρώτη συλλογή) αλλά μία ποίηση που διυλίζει την πραγματικότητα: τις εμπειρίες των μεταναστών, τη ζωή σε ξένες χώρες, την ίδια τη διαδικασία της γραφής. Για να μην τα πολυλογώ, γράφω για ό,τι μ' ενδιαφέρει. Και όσο μεγαλώνω, ενδιαφέρομαι περισσότερο για το πού βαδίζει ο κόσμος μας και λιγότερο για τα εσώψυχά μου. Λόγου χάριν, ο κοινός τόπος ανάμεσα στη διδακτορική μου έρευνα και στην ποίησή μου απεδείχθη (εκ των υστέρων) η μνήμη και το ιστορικό τραύμα. Ψυχαναλυτική εξήγηση αυτής της εμμονής δεν έχω εντοπίσει (ακόμα) κι άρα η σύνδεση για την οποία αναρωτιέστε επαφίεται μόνο στην επιθυμία μου να μιλήσω για το συγκεκριμένο θέμα η πηγή της επιθυμίας αυτής μού είναι άγνωστη.


Η ποίησή σας έχει ως επίκεντρο την Ιστορία, τις ιστορίες. Τι ρόλο παίζει η Ιστορία στον ποιητικό συλλογισμό σας;


Θα σας επαναλάβω αυτό που είπα και πριν: η ποίηση αποτελεί το μέσον με το οποίο μιλώ για πράγματα που μ' ενδιαφέρουν. Εδώ και κάποια χρόνια άρχισε να μ' ενδιαφέρει πολύ η Ιστορία και η σκιά της, τα μαθήματα που δύναται η Ιστορία να διδάξει αλλά συνήθως πέφτουν στο κενό. Επεκτείνοντας την προηγούμενή μου σκέψη, φαντάζομαι ότι υπάρχει κάποια ενδόμυχη ηδονή την οποία λαμβάνω ασχολούμενη με την ανικανότητα του ανθρώπου να διδαχτεί από την Ιστορία: σαν ένα δυστύχημα που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια σου κι εσύ ούτε το βλέμμα σου μπορείς να πάρεις από πάνω του, ούτε όμως σ' ακούει και κανείς που ουρλιάζεις – άσκοπα – μήπως και το σταματήσεις. Η επανάληψη, λοιπόν, της Ιστορίας είναι ένα δυστύχημα που είναι θέμα χρόνου να ξανασυμβεί. Όσο για τις ιστορίες με ι μικρό, τις διηγήσεις, αποτελούν για μένα το πιο ευχάριστο, κατανοητό και άμεσο τρόπο να μιλήσει κανείς για την Ιστορία. Άλλο πράγμα είναι να ακούει κανείς για την «καταστροφική μανία του Α' Παγκοσμίου Πολέμου» κι άλλο να διαβάζεις τον Σελίν να περιγράφει έναν αξιωματικό που χώθηκε μες στις εκρήξεις και τη φωτιά κι έγινε ο ίδιος έκρηξη και φωτιά.


Ιστορικά γεγονότα, φασισμός, Ευρώπη. Πώς ηχούν οι παραπάνω λέξεις στο μυαλό σας; Πώς τις δουλέψατε στα ποιήματά σας;


Και πάλι θα σας παραπέμψω στις προηγούμενες απαντήσεις και θα προσθέσω μόνο πως μου ακούγονται σαν κάτι φοβερά επίκαιρο, φοβερά δυσοίωνο και άρρωστα συναρπαστικό.


Σε μένα η «Επιστροφή των νεκρών» λειτούργησε ως μια συνεχής υπενθύμιση της πραγματικότητας. Της πραγματικότητας τώρα, της πραγματικότητα πάντα. Και με αυτόν τον τρόπο έδρασε εξαγνιστικά, καθώς διαβάζοντάς τη έβαζα τις σκέψεις και τις ανησυχίες μου σε τάξη πάνω στην κλίμακα των σημαντικών και των ασήμαντων πραγμάτων. Ήταν η εμπειρία της συγγραφής των ποιημάτων αυτών εξαγνιστική και για σας;


Όχι, αλλά χαίρομαι που λειτούργησε έτσι σ' εσάς. Ξέρετε, ο συγγραφέας, ο ποιητής, ο κάθε καλλιτέχνης, χάνεται πολλές φορές μέσα στην τέχνη του και δημιουργεί κόσμους που ξεπερνούν τις καθημερινές του ανησυχίες. Αν ξέρατε με πόσα καθημερινά άγχη χάνω τον ύπνο μου – πράγματα που, μπροστά στον πόλεμο και στον εκφασισμό αποδεικνύονται γελοία – πιθανόν να μη με αναγνωρίζατε ως δημιουργό των ποιημάτων αυτών. Πιστεύω ότι ο δημιουργός που είναι ταγμένος στην αναμόχλευση των ορίων της τέχνης του κι έχει, συν τοις άλλοις, την τύχη ν' αφουγκραστεί αυτό που η τέχνη τού υπαγορεύει, γίνεται – άθελά του – υποβολέας πολλών αληθειών (όπως αυτή που επισημάνατε εσείς: μια συγκεκριμένη ιεράρχηση του τι είναι σημαντικό και τι ασήμαντο) που ο ίδιος μπορεί και να μην αναγνωρίζει στην καθημερινή του ζωή.


Πόσο καιρό κράτησε η συγγραφή της ποιητικής αυτής συλλογής; Γράφατε με σκοπό τη δημιουργία της συλλογής ή το corpus των ποιημάτων προέκυψε τελικά;


Τα ποιήματα που συμπεριλαμβάνονται στη συλλογή έχουν γραφτεί σε διάστημα 4-6 ετών. Μερικά γράφτηκαν λίγο πριν και λίγο μετά την έκδοση της προηγούμενης συλλογής, τα περισσότερα λίγο πριν την υποβολή της παρούσης. Ένα συγκεκριμένο ποίημα (το «Διασχίζοντας τη Μάγχη») περίμενε υπομονετικά να ολοκληρωθεί επί χρόνια. Ήξερα τι ήθελα να πω (να αντιπαραβάλω την ηδονική εικόνα μιας Γαλλίας γεμάτης απελευθερωμένες σεξουαλικά γυναίκες με τη φριχτή εικόνα των στρατιωτών που σφαγιάστηκαν κατά την απόβαση στη Νορμανδία) αλλά δεν έβρισκα το κατάλληλο πλαίσιο: έλειπε η κινητήριος δύναμη. Όταν ανακάλυψα ότι η αγωνία μου για τον εκ νέου εκφασισμό της Ευρώπης (και του πλανήτη ολόκληρου) και για την απανταχού επικράτηση του λαϊκισμού ήταν αυτή η κινητήριος δύναμη, όταν συνειδητοποίησα ότι το λεξιλόγιο του πολέμου ήταν όχι μόνο γοητευτικό για μένα αλλά και κατάλληλο για να περιγράψει το πιθανό μας μέλλον, τότε είχα βρει τον τρόπο να μιλήσω για το φόβο μου με όρους κατανοητούς και σε άλλους. Αυτό ήταν το κλειδί.


Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με την ποίηση; Ήταν περισσότερο ανάγκη ή επιθυμία;


Ασχολήθηκα στα σοβαρά με την ποίηση όταν απέτυχα να μιλήσω με πειθώ μέσω της φιλοσοφίας. Πάντα με ενδιάφερε η κοινή, ανθρώπινή μας μοίρα και η ατομική διαφοροποίηση του καθενός. Ήμουν βαθιά ερωτευμένη με την ακαδημαϊκή φιλοσοφία για πολλά χρόνια, μέχρι που ο έρωτας αυτός με τσάκισε γιατί μου έδειξε τα όριά του. Συνειδητοποίησα ότι ο καθένας μας θα καταλάβει αυτό που θέλει και μπορεί – και τίποτα πέραν αυτού. Η φιλοσοφία – που αρέσκεται στις οικουμενικές αποδείξεις – έρχεται αντιμέτωπη όχι μόνο με τον πεπερασμένο ανθρώπινο νου γενικά, αλλά και με τον πεπερασμένο νου του κάθε ανθρώπου, ειδικότερα: δεν μπορείς να εξηγήσεις το κόκκινο σ' έναν εκ γενετής τυφλό. Τι κάνει η ποίηση λοιπόν; Αναγνωρίζει την τυφλότητα και μιλάει για το κόκκινο δίχως να προσπαθεί να πείσει τους πάντες γι' αυτό. Στην ποίηση βρήκα τη χρυσή τομή ανάμεσα σε αυτό που είχα ανάγκη να κάνω κι αυτό που ήθελα να κάνω: να μιλήσω για τα μεγάλα δίχως να προσπαθώ να πείσω.


Αν δεν ήσασταν ποιήτρια και μεταφράστρια, τι θα μπορούσατε να είστε;


Η μετάφραση είναι κάτι που κάνω ενίοτε με χαρά, αλλά δεν αποτελεί μέρος της ταυτότητας που έχω πλάσει για τον εαυτό μου. Αν δεν ήμουν ποιήτρια, όμως, θα έπρεπε να βρω έναν άλλο δημιουργικό τρόπο να μιλήσω γι' αυτές τις έσωθεν κι έξωθεν αγωνίες. Θα μπορούσα να ήμουν ζωγράφος, όχι απαραιτήτως επιτυχημένη. Θα ήμουν, επίσης, μια μέτρια αλλά εξόχως ευχαριστημένη μουσουργός. Εξερευνητής, επίσης, θα μπορούσα να είμαι. Θα έκανα κάτι που θα μου εξασφάλιζε τη δυνατότητα να δημιουργώ, να εκπλήσσομαι από τη ζωή και τον κόσμο, να θαυμάζω τα κατορθώματα άλλων, ν' αναρωτιέμαι για τα μεγάλα μεταφυσικά ερωτήματα. Υπάρχει μία λέξη για όλα αυτά: μπατίρης!


Σε ποιους συγγραφείς επιστρέφετε πάντα, και γιατί;


Το «πάντα» είναι μεγάλη κουβέντα, οπότε προτιμώ να σας πω σε ποια βιβλία επιστρέφω. Με τυχαία σειρά, στα εξής: στη Γυναίκα της Ζάκυθος του Διονύσιου Σολωμού, για τον αποκαλυπτικό, μεταφυσικό της τρόμο και τη γλώσσα του Ζακυνθινού. Στο Περί της συντομίας της ζωής του Σενέκα, για να υπενθυμίζω στον εαυτό μου να μην αφήνει να λαφυραγωγούν το χρόνο μου οι άλλοι. Στα Αχυρένια Σκυλιά του Τζων Γκρέυ, για να υπενθυμίζω στον εαυτό μου την αλήθεια της μη-ανθρωποκεντρικής φύσης του κόσμου και της μη-ορθολογικής φύσης του ανθρώπου. Στο Μονόγραμμα του Οδυσσέα Ελύτη, επειδή τα έχει πει όλα στην Οκτάνα του Ανδρέα Εμπειρίκου επειδή δεν τα έχει πει όλα στον Οδυσσέα του Τζέιμς Τζόυς, γιατί με ταλαιπωρεί, χρόνια τώρα.


Ποιο είναι το τελευταίο βιβλίο που διαβάσατε και δεν μπορούσατε να αφήσετε από τα χέρια σας;


Θα σας πω για τα δύο τελευταία γιατί είναι, κατά κάποιο τρόπο, αδελφάκια: η «Ελευθερία» του Επίκτητου και ο «Εκκλησιαστής» - και τα δύο σε μετάφραση και σχολιασμό του Θάνου Σαμαρτζή για τη σειρά Τα στοιχειώδη των εκδόσεων Δώμα. Πίσω και από τα δύο κείμενα κρύβεται η προσπάθεια να απαντηθεί το βασικό ερώτημα: πώς πρέπει να ζει κανείς; Ο Επίκτητος θεωρεί την ελευθερία μέγιστο αγαθό και επισημαίνει ότι το κλειδί για την επίτευξή της βρίσκεται στην ευθυγράμμιση των θέλω μας με τις δυνατότητές μας. Στον (αιρετικό) Εκκλησιαστή ο (οι;) βιβλικός συγγραφέας γκρεμίζει την ιδέα της μετά θάνατον ζωής και την ιδέα ενός δίκαιου θεού και υποστηρίζει πως ο άνθρωπος μόνο μέσα από τη χαρά του κόπου του μπορεί να είναι ευτυχής: για να το πούμε χύμα, νόημα στη ζωή βρίσκει ο άνθρωπος που γουστάρει αυτό που κάνει ως αυτοσκοπό τα υπόλοιπα είναι χίμαιρες. Οι μεταφράσεις του Σαμαρτζή είναι σκέτη απόλαυση – οι δε σχολιασμοί του επίσης. Καταλαβαίνετε ότι, για έναν άνθρωπο, βαθιά ερωτευμένο με τη φιλοσοφία, κάτι τέτοια εύστοχα, καλομεταφρασμένα, μεστά βιβλία, είναι αιτία πνευματικής ανάτασης.


Και ποιο διαβάζετε αυτήν την περίοδο;


«Το ημερολόγιο ενός επαρχιακού εφημέριου» του Μπερνανός (εκδ. Πόλις). Ακούστε μόνο το εξής: κουρασμένος από μία νεωκόρισσα με ιδιαίτερο ζήλο για την καθαριότητα, ο εφημέριος του Τορσί λέει, «το λάθος της, βέβαια, δεν ήταν ότι πολέμησε τη βρωμιά, αλλά ότι θέλησε να την εξαφανίσει, λες και ήταν ποτέ δυνατόν. Μια ενορία, αναγκαστικά είναι βρώμικη. Η χριστιανοσύνη είναι ακόμα πιο βρώμικη. […] …η Εκκλησία οφείλει να είναι μια καλή νοικοκυρά, γερή και λογική. Η μοναχή μου δεν ήταν πραγματική καθαρίστρια: μια πραγματική καθαρίστρια γνωρίζει πως ένα σπίτι δεν είναι λειψανοθήκη.» Όπως η πίστη, λοιπόν, δεν είναι πανάκεια, έτσι κι Εκκλησία δεν είναι τέλεια. Αν δεν υπήρχαν αμαρτίες (και βρωμιά) δε θα υπήρχε λόγος να υφίσταται η θρησκεία. Η βρωμιά είναι η ουσία της θρησκείας. Να, κάτι τέτοια με ενθουσιάζουν.