1. Mind the art
  2. Βιβλίο

Η Μαρία Παπαϊωάννου στον Εξώστη

του Θοδωρή Μπόνη

«Η κατάθλιψη είναι ασθένεια όπως όλες και το "φάρμακό" της είναι η αγάπη».



Δεκαεπτά διηγήματα, δεκαεπτά αποσπάσματα, δεκαεπτά αναπόσπαστα μιας μη ευθυγραμμισμένης πορείας. Τοποθετημένες με μη χρονική σειρά, οι ιστορίες της Μαρίας Παπαϊωάννου συνθέτουν το χρονικό ενός βιώματος που προσωποποιείται με την απόδοση του προσωπικού «δαίμονα». Η εμπειρία της κατάθλιψης, ανήκουσα πλέον στο παρελθόν, εκτίθεται στο αναγνωστικό φως με τίτλο «Rebound» από τις εκδόσεις Ιωλκός. Η συγγραφέας καταγράφει εν είδει ημερολογίου τα εσώτερά της άχθη. Λειτουργεί αφαιρετικά, δεν προβαίνει σε εκφραστικές επικαλύψεις και η γλώσσα που χρησιμοποιεί προσδίδει αμεσότητα στο κείμενο:


«Το κόκκινο τεράστιο φίδι με κοίταζε ευθεία στα μάτια, ίσια καρφωτά, και έβγαζε τη διχαλωτή του γλώσσα σχεδόν χαμογελώντας. Με πλησίαζε όλο και περισσότερο, σύρθηκε στο χαλί, έγλειψε τη μύτη του παπουτσιού μου κι έπειτα αργά αργά άρχισε να σκαρφαλώνει στο πόδι μου. Ένιωθα τη γάμπα μου να μουδιάζει από το σφίξιμο που της προκαλούσε το απεχθές ερπετό καθώς και την αρχή του μηρού μου, όσο ανέβαινε όλο και πιο πάνω. Κατέληξε στο λαιμό μου να τσιμπά ηδονικά τους κροτάφους και τα μάγουλά μου κι αυτά να παραλύουν τόσο επικίνδυνα που μετά βίας πια ανέβαινα».


Στόχος του βιβλίου δεν είναι η συγκίνηση του αναγνώστη προς το πρόσωπο της πρωταγωνίστριας-συγγραφέως, αλλά να γνωστοποιήσει πτυχές της ασθένειας και να ευαισθητοποιήσει τον δέκτη. Τα κείμενα, ωστόσο, δεν χαρακτηρίζονται από χαμηλόφωνες αφηγήσεις. Στα δύσβατα νοητικά μονοπάτια τους θάλλουν το χιούμορ, ο αυτοσαρκασμός, η ενδοοικογενειακή αγάπη και τα θέλγητρα του αθηναϊκού τοπίου. Η ιστορία της Παπαϊωάννου δεν δομείται σε στερεοτυπικά λογοτεχνικά σενάρια, αλλά συντάσσεται με τον αντι-ήρωα της εποχής της, εκείνον που καλείται να πραγματοποιήσει την πιο επίπονη υπέρβαση: αυτή του εαυτού της.



Κατ' αρχάς, θα ήθελα να μου πείτε τι σημαίνει ο όρος «rebound» και γιατί τον επιλέξατε ως τίτλο του βιβλίου σας. O τίτλος του βιβλίου μου είναι διττός και είναι εμπνευσμένος από τον ψυχιατρικό όρο «rebound effect», που σημαίνει υποτροπή και από το θρυλικό γκοθάδικο στην Πλατεία Αμερικής στο οποίο συνήθιζα να συχνάζω ως έφηβη. Όταν αρρώστησα από κατάθλιψη και πλέον μου ήταν αδύνατο ακόμη και να σηκωθώ από το κρεβάτι το πρωί, ο γιατρός που με παρακολουθούσε έλεγε ότι βρίσκομαι σε «rebound» εννοώντας φυσικά τον ιατρικό όρο. Ωστόσο, εγώ, κάπως σαν άμυνα σε όλο αυτό που μου συνέβαινε, έβλεπα διαρκώς στον ύπνο μου ότι είμαι στη Rebound, στο παλιό μου στέκι και έφτιαχνα εικόνες ολοζώντανες από το μέρος, τους ανθρώπους και την μουσική εκεί. Ζούσα στον δικό μου κόσμο. Στον κόσμο του Rebound που είχε άλλη έννοια για τους γιατρούς και άλλη για εμένα. Αυτό ήταν που ήθελα να αποτυπώσω και στο χαρτί.


Στα διηγήματά σας κυριαρχεί η εκφραστική απλότητα, η αμεσότητα της γραφής και η λεπτομέρεια στην έκθεση των γεγονότων. Επειδή το κεντρικό θέμα που πραγματεύομαι είναι από μόνο του αρκετά «βαρύ», δεν ήθελα σε καμία περίπτωση να γράψω ένα βιβλίο με επιπλέον δυσνόητους και βαρετούς όρους ή περιγραφές. Ήθελα να μπορεί κάποιος να διαβάσει τις σκέψεις μου απλά, να τον βάλω μέσα στον ταραγμένο μου νου ήσυχα και δίχως περεταίρω λαβύρινθους από τον έναν που ήδη υπάρχει, αυτόν της ασθένειας. Άλλωστε αυτό το οποίο με ιντρίγκαρε και ήθελα οπωσδήποτε να κάνω σαφές στο «Rebound» ήταν το πόσο απλά παρουσιάστηκε και η αρρώστια σε εμένα, σε αντιδιαστολή με την σοβαρότητα της. Ούτε μεγάλα λόγια, ούτε τραγικές πράξεις. Μόνο μία επαναλαμβανόμενη σκέψη διαρκώς μέσα στο κεφάλι μου: «Πώς νιώθεις; Μόνη. Πώς νιώθεις; Μόνη.» έτσι ξεκίνησαν όλα για να εξελιχθούν σταδιακά και να λάβουν δαιδαλώδεις διαστάσεις.


Γιατί επιλέξατε τα διηγήματα και όχι το μυθιστόρημα ως τρόπο συγγραφικής μεταφοράς των βιωμάτων σας; Μου αρέσουν οι μικρές ιστορίες. Από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου έγραφα ως διηγηματογράφος. Μπορούσα να σκαρφιστώ μία ιστορία από ένα τραγούδι ή παρατηρώντας τους ανθρώπους στον δρόμο όπως πηγαίνω για την δουλειά και να φαντάζομαι τι μπορεί να τους κάνει να οδηγούν νευρικά, ή να γελούν ή τι να λένε όταν μιλάνε στο τηλέφωνο. Όταν μπήκε η κατάθλιψη στην ζωή μου ξεκίνησα να τα παρακολουθώ όλα υπό το πρίσμα της. Τόσο τους άλλους όσο και εμένα την ίδια. Και έτσι οι ιστορίες μου απέκτησαν όλες ένα κεντρικό θέμα. Έγιναν ο άξονας, θα λέγαμε, που γύρω του στροβιλίζονται όλα τα άλλα. Αγαπώ τα μεγάλα μυθιστορήματα και ενίοτε έχω βυθιστεί σε πλοκές με ήρωες που εάν δεν τελειώσω τις περιπέτειές τους δεν μπορώ να ησυχάσω (και άρα να αφήσω κάτω ένα βιβλίο που διαβάζω) αλλά για εμένα προσωπικά είναι πάντα μία πρόκληση όταν γράφω να μετράω τις δυνάμεις μου και να προσπαθώ να πω όσο πιο πολλά μπορώ με όσο λιγότερες λέξεις γίνεται. Δεν ξέρω, βέβαια, ίσως κάποτε καταπιαστώ και με ένα μυθιστόρημα. Προς το παρόν απολαμβάνω την ιδιότητα που πάντα ονειρευόμουν να έχω: αυτήν της storyteller.


Αναφέρεστε, μεταξύ άλλων, και στα παιδιά σας. Τι σημαίνει για σας η μητρότητα; Άλλο τα παιδιά μου, άλλο η μητρότητα εν γένει. Τα παιδιά μου είναι η ζωή μου, τα πλάσματα που αγαπώ πιο πολύ από καθετί. Είναι, αυτό που έλεγε η γιαγιά μου, «τα σπλάχνα μου». Θυμάμαι, όταν γέννησα την πρώτη μου κόρη, είχα πανικοβληθεί, δεν μπορούσα να ησυχάσω μέσα στο μαιευτήριο, γύριζα τους διαδρόμους και μονολογούσα σχεδόν. Οι μαίες και οι δικοί μου νόμιζαν ότι αγωνιούσα για την φροντίδα του βρέφους, αλλά εγώ τους εξηγούσα ότι μου ήταν αδιανόητο να συλλάβω πόσο πολύ αγαπώ αυτόν τον άνθρωπο που μόλις είχε βγει από μέσα μου. Μάλλον είχα συνειδητοποιήσει ότι δεν είχα αγαπήσει ποτέ ξανά στην ζωή μου πραγματικά. Τα παιδιά μου, λοιπόν, είναι το άπαν σύμπαν για εμένα. Τα μυρίζω και σε κάθε αναπνοή ρουφάω τον εαυτό μου. Είναι ο λόγος που κρατήθηκα και δεν «έφυγα» όταν ήμουν στα πρόθυρα. Και αισθάνομαι πολλές τύψεις απέναντί τους διότι έχασα πολύτιμες στιγμές όσο ήμουν άρρωστη. Η μητρότητα, όμως, είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Είναι το πιο σκληρό πράγμα που έχω τολμήσει ποτέ μου. Η εγκυμοσύνη, η γέννα και η λοχεία, για εμένα προσωπικά, στο μυαλό μου έχουν πλέον πολύ σκοτεινές αποχρώσεις. Είναι ένας ρόλος που ζήτησε πολλά από εμένα, σαν γυναίκα και σαν άνθρωπο και τελικά δεν ξέρω αν έχω τα «κότσια» να τον εκπληρώνω σωστά και όπως ιδανικά θα ήθελα. Όμως, προσπαθώ. Αυτό είναι η μητρότητα. Μία διαρκής προσπάθεια μαζί με αληθινή αγάπη.


Αν μπορούσατε να δημιουργήσετε μια κινηματογραφική ταινία μέσα από τα διηγήματά σας και κατ' επέκταση με τη ζωή σας κατά την περίοδο της κατάθλιψης, ποιο soundtrack θα επιλέγατε; Στη φάση της κατάθλιψης άκουγα μόνο The Doors. Το soundtrack που θα διάλεγα, επομένως, είναι το "Love me two times", από τους ίδιους που πραγματικά έπαιζε όλη μέρα μέσα στο σπίτι, μέσα από τα ακουστικά της playlist μου, μέσα στο μυαλό μου. Αν κάποιος ακούσει προσεχτικά τους στίχους, θα καταλάβει γιατί.


Ποια πιστεύετε ότι πρέπει να είναι η στάση των ανθρώπων απέναντι σε κάποιον που πάσχει από κατάθλιψη; Να οπλιστούν με αγάπη. Το «φάρμακο» για την κατάθλιψη, είναι η αγάπη! Όταν υπάρχει αυτό, θα βρεθεί και η κατανόηση κατά πρώτον να αποδεχθείς ότι ένας δικός σου άνθρωπος πάσχει και υποφέρει, αλλά και η θέληση να τον πείσεις να επισκεφθεί κάποιον ειδικό και να ακολουθήσει τις οδηγίες του. Οι άνθρωποι θα πρέπει να είναι ανοιχτοί και να μην έχουν ταμπού και προκαταλήψεις απέναντι σε αυτή την ασθένεια. Ασθένεια είναι, παιδιά! Όπως το έλκος, η νεφροπάθεια, ο διαβήτης. Δεν είναι ντροπή! Αρκετά υποφέρουν μέσα τους όσοι τους τρώει ο δαίμονας της κατάθλιψης, δεν θέλουν κι άλλους να τους κατατρώγουν με ιδεοληψίες και στερεότυπα. Αγάπη και κατανόηση!


Πότε ξεκινήσατε να ασχολείστε με τη συγγραφή; Από πολύ μικρή. Ήμουν έντεκα χρονών όταν έγραψα το πρώτο μου «βιβλίο». Είχα γεμίσει ένα 100φυλλο σχολικό τετράδιο με μία ιστορία για μία κοπέλα που μιλούσε με τον ουρανό. Δεν μπορούσα, όμως, να το εξηγήσω στους γονείς μου – θεωρούσα ότι δεν θα με πίστευαν καθώς συγγραφείς στο μυαλό μου έπρεπε να είναι μόνο «οι μεγάλοι» και το έκρυβα αυτό το τετράδιο στα πιο απίθανα σημεία. Ώσπου το εντόπισαν και αναγκάστηκα να τους πω το μυστικό μου. Έκτοτε, δεν ήταν μυστικό. «Το Μαράκι γράφει» έλεγαν και καμάρωναν, μολονότι σπάνια τους έδινα να διαβάσουν έργα μου. Με άφηναν με τις ώρες να κλείνομαι στο δωμάτιό μου και να γράφω. Ήταν το χόμπι μου, κατόπιν έγινε η ανάγκη μου για να εξελιχθεί πολύ γρήγορα στην ίδια μου την ζωή.


Πώς θα χαρακτηρίζατε την εμπειρία σας με τη γραφή; Με ποιον τρόπο επενεργεί στην ψυχοσύνθεσή σας; Η γραφή για εμένα είναι η εκτόνωση, το τίναγμα που γίνεται από μέσα προς τα έξω. Πολλές φορές δεν βλέπω την ώρα να βραδιάσει, να κοιμίσω τα παιδιά μου και να καθίσω στον υπολογιστή μου να γράψω. Άλλοτε πάλι μπορεί να δουλεύω μέσα στο μυαλό μου μία ιδέα, και εκεί που μαγειρεύω, να πάρω μία κόλλα χαρτί και να γράψω δίχως ανάσα ένα μικρό διήγημα. Απλώς για να βγει από μέσα μου κάτι που δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο ήθελα να το εκφράσω και μόνο αφού αποτυπωθεί εγγράφως το αντιλαμβάνομαι. Άλλες φορές μπορεί να σκαρώσω ένα παραμύθι για καληνύχτα που θα το πω αυτοσχεδιάζοντας στην κόρη μου και έπειτα μπορεί να καθίσω με ηρεμία να το καταγράψω και να το αναπτύξω. Η γραφή με ηρεμεί. Επειδή, δεν είμαι άνθρωπος της άθλησης και των σπορ, αλλά ούτε των εξόδων και της βραδινής ζωής, με την γραφή έχω συνδυάσει τη διαφυγή με τη διασκέδαση και το χόμπι με τη δημιουργία. Η καλύτερή μου στιγμή είναι το βράδυ, να φτιάξω μία κούπα τσάι και να καθίσω να γράψω ως αργά στο γραφείο μου.


Ποιες είναι οι βασικές σας λογοτεχνικές επιρροές; Οι επιρροές μου είναι κυρίως κλασικές με κάποια αναγνώσματα και από την νεοελληνική πεζογραφία. Ντοστογιέφσκι, Κάφκα και, φυσικά, Βιρτζίνια Γουλφ ήταν τα πρώτα μου ερεθίσματα, η εισαγωγή μου θα λέγαμε, στη «μάγισσα τέχνη». Είχα την τύχη να μεγαλώσω σε ένα σπίτι όπου η βιβλιοθήκη περιείχε πολλών ειδών βιβλία, κλασσικά, ως επί το πλείστον, και το κυριότερο, ήταν προσβάσιμη από όλους μας! Επομένως, διάβασα μεγάλα έργα από πολύ μικρή και, κατόπιν, συνέχισα και με αριστουργήματα της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας, όπως του Ταχτσή, του Καραγάτση και του Γιώργου Χειμωνά.


Ποια είναι τα επόμενα συγγραφικά σας σχέδια; Τώρα τελειώνω το δεύτερο βιβλίο μου, το οποίο είναι τελείως διαφορετικό από το "Rebound". Αυτή την φορά είπα να δείξω τις δυνατότητές μου στην fiction γραφή, μιας και στο αυτοβιογραφικό στοιχείο δοκιμάστηκα. Εντούτοις, θα αποτελείται από διηγήματα (είπαμε, είμαι storyteller!) αλλά πάλι γύρω από έναν κεντρικό –εκκεντρικό- άξονα. Και φυσικά, το μυαλό μου τρέχει ήδη στο τέταρτο βιβλίο μου, καθώς το τρίτο το γράφω ήδη τώρα που μιλάμε μες στο κεφάλι μου.


Η Μαρία Παπαϊωάννου γεννήθηκε το οργουελικό 1984 στα Εξάρχεια, όπου και μεγάλωσε. Έργα της έχουν δημοσιευθεί στον ηλεκτρονικό Τύπο. Αυτή είναι η πρώτη της συλλογή διηγημάτων.



Συγγραφέας: Μαρία Παπαϊωάννου

Τίτλος: Rebound

Εκδόσεις: Ιωλκός (2017)

Σελίδες: 127