1. Cinema

Η ταινία του Γιάννη Σακαρίδη «Ameriκa Square» υποψήφια για το Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας 2018

γράφει η Δωροθέα Ανδρικάκη

Πλατεία Αμερικής/ Amerika Square

Ελλάδα/ Μεγάλη Βρετανία/Γερμανία 2016, του Γιάννη Σακαρίδη, με τους: Γ. Στάνκογλου, Μ. Παπαδημητρίου, Β. Κουκαλάνη, Θ. Μπαζάκα, Ε. Λίτση, Ξ. Ντάνια



Στην Πλατεία Αμερικής στη σύγχρονη Αθήνα συνυπάρχουν άτομα διαφορετικής φυλής, αντιλήψεων και ιδιοσυγκρασίας. Ανάμεσα σε αυτούς, ο Μπίλλη είναι ένας σαραντάρης tattoo artist που ερωτεύεται μια νεαρή μετανάστρια. Ο Τάρεκ είναι πρόσφυγας από τη Συρία και θέλει μαζί με τη κόρη του να φύγει στο Βερολίνο.


Τέλος ο Νάκος είναι άνεργος, μένει με τους γονείς του και απεχθάνεται να βλέπει τους πρόσφυγες που έχουν βρει καταφύγιο σε αυτό που θεωρεί πλατεία του.

Ταινία παράλληλων ιστοριών λοιπόν, που βρίσκει ένα καλό ρυθμό στην εξέλιξη τους και πετυχαίνει ομαλή μετάβαση από τη μία στην άλλη, ενώνοντας τες τελικά με πειστικό τρόπο ώστε να οδηγηθούνε στην κοινή κορύφωση τους.


Παράλληλα η αφήγηση είναι τους εμπλουτισμένη με μονολόγους, του κάθε ένα από τους κεντρικούς χαρακτήρες, που φανερώνουν τις σκέψεις, τους προβληματισμούς και τις επιθυμίες τους. Οι μονόλογοι αυτοί, άλλοτε αστείοι, άλλοτε συγκινητικοί, ενίοτε υπερβάλουν στην προσπάθεια τους να αποκτήσουν κάποια ποιητικότητα, χρησιμοποιούνται πάντως με μέτρο χωρίς να μονοπωλήσουν έτσι τον κινηματογραφικό χρόνο.


Ο Βασίλης Κουκαλάνης, πολύ συγκινητικός στο ρόλο του πρόσφυγα και πατέρα που απελπισμένα προσπαθεί να βρει λύση στο αδιέξοδό του, δίνει αναμφισβήτητα τις πιο δυνατές στιγμές της ταινίας. Στο άλλο άκρο ο Νάκος με τον Μάκη Παπαδημητρίου να μοιάζει ιδανικός για το ρόλο ενός εξωτερικά καλοκάγαθου και ακίνδυνου κατά βάθος ρατσιστή γεμάτου προκαταλήψεις και μίσος νεοέλληνα. Διακριτικά και πετυχημένα ο Γιάννης Σακαρίδης συνδέει τη ξενοφοβία και το θυμό του με την προσωπική του αδράνεια και αποτυχία ως μέλος της κοινωνίας. Ωστόσο λίγο απότομα, ίσως όχι πειστικά τον οδηγεί σε ακραίες συμπεριφορές που σίγουρα απαιτούσαν περαιτέρω εξήγηση και σε μια ταινία σαν αυτή που επιχειρεί να ψυχογραφήσει τους διαφορετικούς παράγοντες μιας ισχυρότατης κοινωνικής κρίσης, οι εξηγήσεις είναι το παν. Παρόλα αυτά ο σκηνοθέτης φροντίζει στην τελευταία σκηνή ώστε ο μικρός ντελιβεράς που ήθελε να μιμηθεί τους αποικιοκράτες της Αμερικής και παραλίγο να προκαλέσει μεγαλύτερη ζημία απ' ότι ήθελε, να πάρει το μάθημα του και το κάνει με τρόπο απλούστατο και απολαυστικό.



Έχουμε επομένως να κάνουμε με μια ταινία που δεν προσφέρει ενδεχομένως κάτι που δεν έχουμε ήδη δει. Ωστόσο παρά τις κάποιες υπερβολές ή υπεραπλουστεύσεις της, δεν πέφτει στην παγίδα του να γίνει ακραία ή διδακτική και σε τελική ανάλυση δίνει μια ικανοποιητική παρουσίαση διαφορετικών μεταξύ τους χαρακτήρων, ο καθένας με τα δικά του προβλήματα και τους δικούς του στόχους, που δίνουν τον καθημερινό αγώνα τους, για μια πλατεία, για ένα σιντριβάνι, καμιά φορά και για την ίδια τη ζωή τους.