1. Mind the art
  2. Βιβλίο

Ημερήσια διάταξη, του Éric Vuillard

γράφει ο Θοδωρής Μπόνης


Είκοσι τέσσερις από τους πιο επιφανείς επιχειρηματίες στη Γερμανία βρίσκονται στο Βερολίνο προκειμένου να συναντηθούν με τον Αδόλφο Χίτλερ. Η αφρόκρεμα των χρηματοοικονομικών και της βιομηχανίας περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τους επικεφαλείς των εταιριών Opel, Siemens, Bayer, Telefunken, Krupp, IG Farben και Agfa. Σκοπός της επίσκεψής τους στο μέγαρο του προέδρου της Βουλής δεν ήταν άλλος από την οικονομική και στρατιωτική ενίσχυση του ανερχόμενου Γ' Ράιχ. Πέντε χρόνια αργότερα και μετά από πρωτοβουλία του Μπενίτο Μουσολίνι συγκαλούνται στο Μόναχο οι ηγέτες της Γαλλίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ιταλίας και της Γερμανίας. Οι Νταλαντιέ, Τσάμπερλεν, Μουσολίνι και Χίτλερ υπογράφουν το Σύμφωνο του Μονάχου, βάσει του οποίου αποφασίζεται η προσάρτηση της Σουδητίας στο Γ' Ράιχ και, παράλληλα, αποτρέπεται η εισβολή του τελευταίου στην Τσεχοσλοβακία. Με γνώμονα τη διατήρηση της ειρήνης στην ευρύτερη περιοχή οι Άγγλοι και οι Γάλλοι επιχειρούν, έστω και προσωρινά, να κατευνάσουν τις επεκτατικές προθέσεις του Χίτλερ. Εκείνος, ωστόσο, έχοντας λάβει σημαντική οικονομική βοήθεια από τους Γερμανούς κεφαλαιοκράτες διαθέτει μία πανίσχυρη πολεμική μηχανή.


Ο Βυϊγιάρ μεταφέρει το σκηνικό στη συνάντηση του Χίτλερ τον Φεβρουάριο του ίδιου έτους με τον Κουρτ φον Σούσνιγκ, τον νέο καγκελάριο της Αύστριας. Στην ημερήσια διάταξη βρίσκεται η προσάρτηση της γείτονος χώρας. Φιλικά προσκείμενος προς το καθεστώς του Χίτλερ, ανοιχτά αντισημίτης και πολιτικά αυταρχικός, ο «δεσποτάκος» της Αυστρίας υποχωρεί στους όρους που του θέτει ο πρώτος –μεταξύ άλλων και ο διορισμός του ναζί Ζάις-Ίνκβαρτ ως υπουργού εσωτερικών– προκειμένου να μην εισβάλει ο ναζιστικός στρατός στη χώρα του. Η αποδοχή των όρων από τον καγκελάριο και τον πρόεδρο της Δημοκρατίας της Αυστρίας Βίλχελμ Μίκλας συνοδεύεται από την παρέλαση χιτλερικών στρατευμάτων. Η πορεία, ωστόσο, των τανκς προς τα σύνορα και κατόπιν στην πόλη του Λιντς διεξήχθη κάτω από πρωτοφανή εμπόδια. Ενώ ο αυστριακός λαός αδημονούσε με τις σημαίες στους δρόμους να υποδεχτεί τον Φίρερ, εκείνος έβλεπε μία σειρά από στρατιωτικά οχήματα να παθαίνουν βλάβη καθοδόν. Η μεγαλοπρεπής πορεία μετατράπηκε σε πλήρη γελοιοποίηση. Με την εικόνα αυτή της αμηχανίας του πιο ισχυρού πολιτικού προσώπου στην Ευρώπη του '30 διαφαίνεται η αόρατη ισχύς των κεφαλαιοκρατών που ενίσχυσαν τη θέση του ίδιου του Χίτλερ στην εξουσία και κατόπιν να πάρουν υπό τη δούλεψή τους Εβραίους κρατούμενους αναγκάζοντάς τους να εργάζονται καθημερινά υπό απάνθρωπες συνθήκες. Εκτός λοιπόν από τη βιομηχανία πτωμάτων που λειτουργούσε σαν καλοκουρδισμένο ρολόι εντός των στρατοπέδων συγκέντρωσης συντελούνταν η απορρόφηση εργατικού δυναμικού με σκοπό τη γρήγορη παραγωγή και το εύκολο κέρδος. Αόρατο και προσαρμοστικό, το χρήμα μπορεί πίσω από κλειστές πόρτες να καθορίσει τη μοίρα εκατομμυρίων ανθρώπων, να αλλάξει τον ρου της Ιστορίας.


Χωρίς να κάνουν διακρίσεις και αυτοπεριορίζονται σε στενούς ιδεοληπτικούς, οι κάτοχοι αυτής της δύναμης μεταβάλλουν διαρκώς, όπως υποστήριξε ο Μαρξ στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, τις κοινωνικές σχέσεις: «Κάθε τι που είχε σιγουριά και μονιμότητα γίνεται καπνός, κάθε τι που ήταν ιερό βεβηλώνεται και τέλος οι άνθρωποι βρίσκονται υποχρεωμένοι να αντικρύζουν χωρίς αυταπάτες τις συνθήκες ζωής τους και τις αμοιβαίες σχέσεις τους».


Δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα τρόμου στο τέλος του βιβλίου, ο συγγραφέας αποφασίζει να δώσει την τελευταία λέξη στους ανθρώπους εκείνους που εξολοθρεύτηκαν, κατέκλυσαν τον Κάτω Κόσμο και επέστρεψαν για να στοιχειώσουν τη σκοτεινή συνείδηση των δολοφόνων τους (εν προκειμένω του Γκούσταφ Κρουπ: «Η γωνία ήταν βυθισμένη στη σκιά. Θα 'λεγες πως η μαυρίλα σάλευε, πως υπήρχαν σιλουέτες που σέρνονταν στο σκοτάδι. Αλλά δεν ήταν τα φαντάσματα της βίλας Χούγκελ που τον έκαναν να παγώσει από φόβο, όχι, δεν ήταν ούτε λάμιες ούτε σκουλήκια, αυτοί που τον κοιτούσαν ήταν αληθινοί άνθρωποι, με αληθινά πρόσωπα. Είδε τεράστια μάτια, φιγούρες που έβγαιναν απ' τον κάτω κόσμο. Άγνωστους. Του κόπηκαν τα ήπατα. Όπως ήταν όρθιος εκεί, μαρμάρωσε. Οι υπηρέτες κοκάλωσαν. Οι κουρτίνες πάγωσαν. Και είχε την εντύπωση πως για πρώτη φορά έβλεπε πραγματικά, πως ποτέ δεν είχε δει όπως έβλεπε τότε. Και αυτό που είδε, αυτό που ξεπρόβαλε αργά από τη σκιά, ήταν δεκάδες χιλιάδες πτώματα, όλοι αυτοί που υποβάλλονταν σε καταναγκαστική εργασία, όλοι αυτοί που τα Ες-Ες έστελναν στα εργοστάσιά του. Επέστρεφαν απ' τον Άδη».


Συνδυάζοντας το δοκίμιο, την ιστορική αφήγηση και τη λογοτεχνία, ο Βυϊγιάρ κατορθώνει σε λιγότερες από 150 σελίδες, αφενός, να καταδείξει την υποχώρηση του πολιτικού έναντι του οικονομικού στοιχείου. Το πολιτικό απαξιώνεται αλλά ακόμη και η άνοδος ενός αυτοαποκαλούμενου «εργατικού» κόμματος καθορίζεται από τη συνδρομή των μεγαλύτερων επιχειρηματικών κολοσσών της χώρας, οι οποίοι εκμεταλλεύονται το εργατικό δυναμικό τους. Με πομπώδες ύφος, καταγγελτικό λόγο και έντονη ειρωνεία, ο συγγραφέας ρίχνει φως στους πραγματικούς παράγοντες που συνετέλεσαν έτσι ώστε να επιτραπεί στον Χίτλερ να προσαρτήσει χώρες όπως η Αυστρία κ.ό.κ. Φασισμός και καπιταλισμός δεν εξομοιώνονται εδώ αλλά απογυμνώνονται έως ότου να φάνει ο απάνθρωπος πυρήνας τους, είναι μέρη της ίδιας αβύσσου που υποβαθμίζει οντολογικά ανθρώπους στην κατηγορία των εργαλείων παραγωγής των δούλων, των υπάνθρωπων, εκείνων των εκτοπισμένων που διασώθηκαν και η αποζημίωσή τους κόστιζε πολύ στα μεγάλα επιχειρηματικά brands. Παρόλα αυτά, στο βιβλίο δεν κρίνεται ο καπιταλισμός ως σύστημα εν των συνόλω παρά η θεμελίωση αναφαίρετων ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Είναι τα δικαιώματα στη ζωή, την αξιοπρέπεια, την ισότητα και την ελευθερία που εξυφαίνονται στην Ημερήσια Διάταξη και ο Βυϊγιάρ κατορθώνει να το πετύχει με την ευχέρεια της αφηγηματικής αφθονίας.



Συγγραφέας: Éric Vuillard

Τίτλος πρωτοτύπου: L'ordre du jour

Τίτλος στην ελληνική έκδοση: Ημερήσια διάταξη

Μακέτα εξωφύλλου-σχεδιασμός έκδοσης: Μαρία Τσουμαχίδου

Διόρθωση: Δημήτρης Αλεξάκης

Σελιδοποίηση: Κωνσταντίνος Καπένης

Εξώφυλλο: Gustav Krupp v. Bohlen und Halbach

Εκδόσεις: Πόλις (2018)

Σελίδες: 160