1. Cinema
  2. Κριτική ταινίας

Καλοκαιρινές Νύχτες: Μια παθιασμένη ταινία ενηλικίωσης με τον Τιμοτέ Σαλαμέ

γράφει η Δωροθέα Ανδρικάκη

Η.Π.Α. 2018 σκηνοθεσία: Ελάιτζα Μπαίνουμ, με τους: Τιμοτέ Σαλαμέ, Μάικα Μονρό, Αλεξ Ρόου, Εμορι Κόεν


Ο Ντάνιελ μετά από επιθυμία της μητέρας του, καταλήγει Κέιπ Κοντ της Μασαχουσέτης για να περάσει το καλοκαίρι, όπου θα γνωρίσει τον Χάντερ και θα εμπλακεί στην επιχείρηση διακίνησης ναρκωτικών του τελευταίου.



Οι καλοκαιρινές νύχτες είναι μια ταινία ενηλικίωσης που αρχικά μοιάζει κεφάτη και παιχνιδιάρικη, αν και όχι κατι που δεν έχουμε ξαναδεί, με απότομες εναλλαγές ανάμεσα στα πλάνα, γρήγορους ρυθμούς, πάγωμα της εικόνας, συχνά flashback παιχνίδια της κάμερας που φέρνουν στο νου τα σκηνοθετικά παιχνίδια των πρώιμων ταινιών του Σκορσέζε. Κυρίαρχο ωστόσο παραμένει ένα νοσταλγικό voice over που αν σεναριακά τελικά μένει μετέωρο, αισθητικά είναι πάντα απολαυστικό και αφηγηματικά χρήσιμο για μια ταινία σαν αυτή που θέλει να ξεμπερδεύει γρήγορα με το χτίσιμο των ηρώων της ώστε να αφοσιωθεί ανενόχλητη στην ένταση των στιγμών της.


Παρασύρεται ωστόσο η ιστορία και οι ήρωές της, από το πάθος αν όχι την αυταρέσκεια ενός δημιουργού που μοιάζει σα να βιάζεται στο ντεμπούτο του ως σκηνοθέτης, να επιδείξει τις ικανότητες του, να χωρέσει όλες του τις ιδέες σε ένα δημιούργημα που τελικά μοιάζει να προσπαθεί περισσότερο απ' όσο θα έπρεπε. Έτσι γίνεται σταδιακά αισθητή μια γενική υπερβολή στη χρήση μουσικής, στην θεατρικότητα των διαλόγων, στα εκφραστικά μέσα της κάμερας και στη δραματικότητα του φινάλε, το οποίο υποδαυλίζεται ακόμη περισσότερο από σεναριακά κενά και επιλογές που δεν βγάζουν νόημα.



Το σενάριο ωστόσο αν και μάλλον φτωχό στην κεντρική του ιδέα, είναι εμπλουτισμένο αχόρταγα με μικρές, γνώριμες ιστορίες αμερικάνικης επαρχίας, με τους γνωστούς μύθους και τις ιδεοληψίες της, με τη μελαγχολία, τη ρουτίνα της τα όνειρα για μια καλύτερη ζωή κάπου αλλού. Και οι διάλογοι πράγματι καταφέρνουν ενίοτε να αιχμαλωτίσουν κάποια παροδική νωχελικότητα απαλλαγμένη από συναισθηματισμούς, κάποια γλυκιά νεανική αμηχανία, απέχθεια και μαζί δίψα για ζωή.


Ο Τιμοτέ Σαλαμέ, δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι κουβαλά την ταινία στους ώμους του, τόσο ερμηνευτικά όσο και από άποψη προώθησης, αφού χωρίς την πρόσφατη επιτυχία του call me by your name είναι εύλογο να υποθέσει κανείς ότι η ταινία αυτή δύσκολα θα έβρισκε το δρόμο της στις ελληνικές αίθουσες. Με μια ερμηνεία πηγαία και αυθόρμητη μοιάζει ταιριαστά μικρός, άμαθος, τολμηρός μέσα στην αφέλεια της νεότητας και χαμένος μέσα στις επιλογές του.



Ωστόσο ο χαρακτήρας του αποδεικνύεται λιγότερο δουλεμένος απ' όλους τους δευτερεύοντες που τον περιβάλλουν. Υποτίθεται το ταξίδι του ήρωα ξεκινά από την προσπάθεια του να ξεπεράσει το θάνατο του πατέρα του κάτι το οποίο όχι απλά υποχρησιμοποιείται αλλά μάλλον ξεχνιέται εντελώς. Κινείται η ιστορία του ανάμεσα σε έναν κλασικό καλοκαιρινό εφηβικό έρωτα και σε κάποιες άπληστες εγκληματικές απόπειρες η επιμονή του στις οποίες μένει μέχρι το τέλος ανεξήγητη, καθώς φαίνεται να δρα χωρίς κίνητρο και χωρίς ξεκάθαρες σκέψεις.


Κάπως έτσι και η ιστορία κινείται αναποφάσιστα από το εφηβικό δράμα στο γκανγκστερικό θρίλερ, αποτυγχάνοντας να αφοσιωθεί όμως εκφραστικά σε ένα από τα δύο κάτι που οδηγεί σε ένα μάλλον άνισο αποτέλεσμα, με τα δύο είδη να παλεύουν να υπερισχύσουν στην παλέτα ενός παρασυρμένου από το πάθος του δημιουργού.



Μένει τελικά η ταινία στη μνήμη του θεατή για τις ομολογουμένως όμορφες στιγμές νεανικού φλερτ στις οποίες ο σκηνοθέτης παραδίδεται με αυθορμητισμό και αφοσίωση. Μια τσίχλα κολλημένη κάπου σε ένα βενζινάδικο, ένα κόκκινο γλειφιτζούρι, μπύρα κατευθείαν από το βαρέλι, βροχή και φιλιά, αυτά τα έκανε σωστά, τα υπόλοιπα ίσως περίσσευαν, αλλά και αυτά καμιά φορά αρκούν.


Η ταινία προβάλλεται στη Θεσσαλονίκη στο θερινό κινηματογράφο Άλεξ.