1. Mind the art
  2. Βιβλίο

Κριτικό σημείωμα πάνω στη συλλογή διηγημάτων «Ο Μαραγκός» του Κώστα Κουτρουμπάκη (Ενύπνιο 2018)

της Εύας Σπαθάρα


Όταν τον ρώτησα γιατί μαραγκός κι όχι ξυλουργός, ο Κώστας Κουτρουμπάκης μού απάντησε «Γιατί το μαραγκός έχει και την έννοια του τεχνίτη, παραπέμπει δε αφενός στον πιο γνωστό, ταπεινό, βιβλικό μαραγκό, τον Ιωσήφ και αφετέρου (παραπέμπει) σε ένα κόσμο λαϊκό, στον οποίο εντάσσομαι κοινωνικά και πολιτικά και μέσω αυτού τοποθετούμαι και αντικρίζω τον κόσμο.» Λατινικής προέλευσης η λέξη μαραγκός, προέρχεται από το ρήμα mergo, που σημαίνει βυθίζω, βουτώ.


Και πράγματι ο συγγραφέας καταβυθίζεται, βουτάει με τα σύνεργά του στη μνήμη, στην παιδικότητα του, αλλά και στην παροντικότητα, ανασύροντας τους δικούς του μνημικούς θησαυρούς, σκέψεις, νοσταλγίες και μετατρέποντας τον αναγνώστη/στρια σε συμμέτοχο/η σ' αυτό το ταξίδι της βαθιάς μνήμης. Κι αν δεν υπάρχει μνήμη; Αν κάθε ανάμνηση είναι η ανάμνηση της ανάμνησης, πόσες επιστρωματώσεις αναμνήσεων έχουν επέλθει για την αίσθηση της μιας ανάμνησης; Και εν τέλει, τι είναι σημαντικότερο, η επιστρωμάτωση και οι πολλαπλές διαμεσολαβήσεις ή το γεγονός πως το υποκείμενο, ο γράφων, αναδεικνύει ως διατηρητέα στο αρχείο του ψήγματα και κορυφογραμμές που συγκροτούν αυτό που μπορεί να ονομαστεί διάρκεια, δηλαδή ζωή; Η ατμόσφαιρα δε που καταφέρνει να δημιουργήσει είναι κατανυκτική, θρησκευτική, σχεδόν μεταφυσική θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος. Ο «Μαραγκός» σε παίρνει από το χέρι και σε οδηγεί αντίστοιχα στη δική σου παιδικότητα, στη δική σου πατρώα γη, που, παρόλο που δε λέγεται Αμμουλιανή, σε κάνει να έχεις και συ στο στόμα σου τη γεύση του ρυζόγαλου στο ίδιο ακριβώς μπολ και επιστρέφεις αντίστοιχα στο παλιό μπακάλικο της δικής σου γειτονιάς, με τα σαλάμια να κρέμονται πάνω από τα κεφάλια και τα ρύζια και τα μπισκότα να είναι χύμα.


Ένα οδοιπορικό επιστροφής, ένα οδοιπορικό μνήμης τα 16 μικρά διηγήματα του Κώστα Κουτρουμπάκη. Μιας μνήμης άχρονης αλλά και χρονικά εστιασμένης αντίστοιχα, μέσα από εύστροφες συνδέσεις και γλωσσικές αναφορές.

Π.χ., η ευθεία συσχέτιση της προσφυγικής κρίσης και του μικρασιατικού ξεριζωμού επιτυγχάνεται αριστοτεχνικά με τις αναφορές «το 25» στο διήγημα «Νήσοι των Μακάρων» και «το 15» στο διήγημα «Γεφύρια». Μ' αυτόν τον τρόπο ενώνονται μυστικά οι όπου γης πρόσφυγες, ανεξάρτητα και πέρα από χρόνο και χώρο. Ο ξεριζωμός είναι κοινός, γεννάει τα ιδία συναισθήματα, τον ίδιο πόνο, γεννιέται από τις ίδιες αιτίες. Και όσο υπάρχουν φάτσες παιδικές που πασαλείβονται σοκολάτα, υπάρχει ελπίδα. «Μόνη μας πατρίδα η παιδικότητα μας», μοιάζει να προτείνει ο συγγραφέας απέναντι σε διαχωριστικές γραμμές ανθρώπων λόγω καταγωγής, έθνους, θρησκείας, όλων εκείνων δηλαδή των ταξινομικών κατηγοριών που λειτουργούν ως νομιμοποιητικό άλλοθι και συντηρούν σχέσεις εκμετάλλευσης, εξουσίας, απανθρωποποίησης. Απέναντι σε όλα αυτά έχει πάρει θέση ο συγγραφέας, θέση πολιτική, ταξική, ανθρώπινη, κομμουνιστική υπάγοντας ακόμη και τη θρησκεία σε αυτή μιλώντας για την «Παναγιά την Κομμουνίστρα». Δείχνει ήδη ποιους έχει αφήσει, γιατί ξέρει με ποιους οφείλει να πάει.


Αυτή η απουσία χρονικών δεικτών τοποθετεί τα κείμενα σε ένα συνεχές χρονικό υπόστρωμα. Σε ένα χρονικό μετεωρισμό μέσω του οποίου επιτυγχάνεται και η αποτύπωση του παρόντος. Ένα πήγαινε - έλα, μια εκκρεμότητα η μνήμη, το παρόν και το παρελθόν, συμφύρονται. Άλλοτε η αφόρμηση η παροντική οδηγεί σε μια παρελθοντική σκέψη, νοσταλγία, αναφορά που ανασύρεται και άλλοτε το όλον λειτουργεί αντίστροφα ως εκκίνηση παρελθοντική με απόληξη παροντική. Σ' αυτό το αιώρημα ζωής, δηλαδή χρόνου, τα πρόσωπα που κινούνται είναι πρωτίστως μητέρες, πατέρες, παππούδες αλλά και παιδιά και μνήμες προσφυγικές, άνθρωποι του μεροκάματου. Ένα φόρο τιμής αποτίει ο συγγραφέας προς ό,τι τον διαμόρφωσε, με πολύ τρυφερότητα και περισσότερη αγάπη. Αυτή η τρυφερή μάτια, η πολύ ανθρωπινή και με περίσσια αγάπη, διατρέχει και συνέχει το βιβλίο από την πρώτη ως την τελευταία λέξη.


Ο τίτλος, το εξώφυλλο με τα εργαλεία της ξυλουργικής, το ευσύνοπτο μέγεθος του βιβλίου, ως βιβλίο τσέπης, η έκδοσή του στη σειρά «Σύντομα Όνειρα» και ο στίχος του Ρίτσου «και ταπεινός σα μαραγκός στην άκρη των ωρών» ορίζουν το πλαίσιο, το μέγεθος, τον τρόπο και τα εργαλεία του συγγραφέα, που αποπειράται να εκθέσει για πρώτη φορά τα τεχνήματά του. Όλα μαζί δίνουν το στίγμα της πρώτης συγγραφικής απόπειρας του Κώστα Κουτρουμπάκη. Στο πρώτο διήγημα με τίτλο «Νήσοι των Μακάρων», με το οποίο μάς συστήνεται, ο συγγραφέας βουτάει, βυθίζεται γαλήνια, στα νησιά όπου μεταβαίνουν οι ψυχές των ευτυχισμένων ηρώων, οι οποίοι δεν πεθαίνουν, αλλά εξακολουθούν να ζουν.


Εξομοιώνει έτσι την Αμμουλιανή, τη δική του μακάρια νήσο, με τα αντίστοιχα νησιά της μυθολογίας, γιατί καθένας και καθεμία έχει ανάγκη από ένα παράδεισο νοσταλγικό, από μια προπτωτική Αρκαδία. Πρέπει να επιστρέφει κανείς, για να ανασύρει τις μνήμες των χαμένων αυτών νήσων, των χαμένων παραδείσων και της αθωότητας ως αντίβαρο στο παρόν που δεν αντέχεται. Το βιβλίο κλείνει με τον «Ωρολογοποιό», τον μεγάλο γιο του αφηγητή, ο οποίος αναλαμβάνει να συντηρήσει και να διαμορφώσει τις αντίστοιχες μνήμες κουρδίζοντας το σταματημένο πατρικό ρολόι, να πάρει θέση με τη σειρά του σ' αυτό το αέναο γύρισμα του χρόνου, γιατί τη μόνη δυνατότητα να ποιήσουν χρόνο ως συνεχιστές του την έχουν τα παιδιά. Συνεπώς έχουν την ευθύνη οι μεγαλύτεροι για τις μνήμες που θα συγκροτήσουν τη δική τους παιδικότητα. Κι εδώ ο αφηγητής αντιλαμβάνεται πλήρως τα πατρικά καθήκοντα και ευθύνες, διαμορφώνοντας μια σχέση λατρείας, φροντίδας και αγάπης με τους γιους του. Μυρίζει αγάπη το βιβλίο, γεφύρια, γλυκό του κουταλιού, γιασεμιά, μυρίζει αγκαλιά πολύ και τρυφερότητα. Ξεπηδάει απ' όλες τις σελίδες μια άφατη ηρεμία και πάστρα, όπως όταν μπαίνεις σε ένα σπίτι ντυμένο στα λευκά, που τα πάντα έχουν γίνει με πολύ μεράκι και περιμένεις να σου σερβίρουν γλυκό του κουταλιού σε μικρό πιατάκι πάνω στο λευκό τραπεζομάντιλο.


Γλώσσα ρυθμός και μουσική


Ο Παπαδιαμάντης και ο Ιωάννου θα χαίρονταν, είμαι βέβαιη, για τις αφηγηματικές τεχνικές, τα τριμερή σχήματα, τα υπερβατά, την επιλογή των λέξεων -εραστής των λέξεων ο Κώστας Κουτρουμπάκης-, των ήχων και της μουσικής. Ο Μαραγκός πλέκει σχολαστικά ρυθμούς και μέτρα. Σχεδόν νομίζεις πως θα διαβαστεί τραγουδιστά το κείμενο, κάτι που παρέχει και ενισχύει την ατμόσφαιρα της ηρεμίας και της αρκαδικής εποχής. Μουσικότητα, ρυθμός, αφήγηση απρόσωπη, σχεδόν αυτοβιογραφική, βιωματική γραφή, συνομιλεί πέραν του Παπαδιαμάντη με τον Ιωάννου αλλά και τον Βιζυηνό. Επαναλήψεις λέξεων, γλύφανα, πλοχμοί, καλλιπλόκαμοι, αλλά και μια μεγάλη αγάπη για λέξεις που αρχίζουν από λάμδα, μελίρρυτες λέξεις γεμάτες γλύκα, που παράγουν ζεστασιά και μουσική. Λεπτό χιούμορ και ειρωνεία υποδόρια, σε μικρές δόσεις κάθε φορά, ώστε το μειδίαμα να έρχεται συχνά στα χείλη, ελεγχόμενα συγκρατημένο, γιατί ακόμη και αυτούς που ειρωνεύεται τους σέβεται, δεν έχει στόχο να τους εκθέσει αρνητικά, όσο κυρίως να συνθέσει και μέσω αυτών τον καμβά της δικής του παιδικής μνήμης. Ο Μπουρντιέ αναφέρει πως αυτοβιογραφία δεν υπάρχει, δεδομένου ότι αυτό που ορίζεται ως ζωή διαμορφώνεται όχι γραμμικά, αλλά από κορυφογραμμές και ασυνέχειες. Το γνωρίζει αυτό ο συγγραφέας και κορφολογεί γεγονότα, πρόσωπα, στιγμές εντάσσοντάς τα στον κορμό του βιβλίου ως απαραίτητη ύλη ώστε να εξηγήσει τι είναι ο ίδιος, σε ποιους οφείλεται αυτό, με ποιους πήγε, και αντίστοιχα τώρα που η αθωότητα είναι χαμένη, γιατί είναι χαμένη η παιδική μας ματιά, ποια είναι η ευθύνη του ως πατρικός κατασκευαστής της μνήμης των δικών του παιδιών, γιατί το παιδί θα του ορίσει πώς θα κουρδιστεί το σταματημένο παλιό πατρικό ρολόι.