1. Mind the art
  2. Βιβλίο

Μαρία Μαραγκουδάκη – Μηδενική γωνία

γράφει ο Θοδωρής Μπόνης


Ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ είπε κάποτε ότι «ο κινηματογράφος είναι αλήθεια 24 φορές το δευτερόλεπτο». Κάθε εικόνα έχει τη δική της πραγματικότητα, τη δική της ζωή να αφηγηθεί, εκείνη που χάνεται εν τη γενέσει της, που γλιστράει από το παρόν και ενταφιάζεται δίπλα στα άπειρα στιγμιότυπα του παρατηρητή της. Αν ανασυρθεί βέβαια. Λήθη και λήθαργος. Υπάρχει ανεξάρτητα από τον παρατηρητή της ή προσμένει μια δεύτερη ζωή, παραμορφωμένη όμως από τα παιχνίδια του νου και του χρόνου;


Θα δανειστώ εδώ μια εύστοχη φράση μέσα από τη διήγημα Η τσάκιση που είναι τα «στιγμιότυπα μνήμης». Η μνήμη είναι αυτή που καταλύει τη γραμμικότητα του χρόνου, χτυπάει ελαφρά την πόρτα του υποκειμένου και πριν προλάβει εκείνο να ρωτήσει «ποιος είναι;» εισβάλλει με ορμή και αξιώνει μία θέση εκ νέου στο παρόν. Η μνήμη είναι αυτή που θολώνει τον διαχωρισμό μεταξύ ζωής και θανάτου. Δεν υπάρχει θάνατος γιατί βρίσκεται εκεί η μνήμη για να ξαναζωντανέψει αυτά που κάποτε έφυγαν από προσώπου γης. Δεν υπάρχει ζωή, γιατί βρίσκεται η μνήμη και πάλι εκεί για να την αντικαταστήσει με την εμμονή στο παρελθόν. Απώλεια, πόνος, θλίψη, συμβιβασμοί, διαστροφή, αλλά και αγάπη, επιθυμία για ζωή και έρωτα αποδίδονται χωρίς δραματοποιήσεις πότε με μια δόση συγκινησιακής φόρτισης και πότε με χιούμορ ή ειρωνεία. Οι αφηγητές αγωνίζονται για να αναπλάσουν το παρελθόν, τη ζωή που έζησαν και εκείνη που δεν κατάφεραν να ζήσουν. Πίσω από τις μάταιες προσπάθειές τους κρύβεται η ελπίδα, η αναμονή για κάτι διαφορετικό, αλλά και ο φόβος του βιώματος της αναπαράστασης.


Πράξεις απώθησης, μη-αποδοχής συνιστούν πτυχές ενός συνεχούς αγώνα για υπαρξιακή επανατοποθέτηση. Η μηδενική γωνία, επομένως, ερμηνεύεται ως α-γωνία – επιχειρώντας εδώ μια ετυμολογική παρασπονδία – και ως κατάσταση εκκρεμότητας που μπορεί να φτάσει στις παρυφές της κατά Κίρκεγκορ απελπισίας, σε μια αγωνία της κενότητας. Ακολουθεί απόσπασμα από το διήγημα Όρθια Γυναίκα:


Η γη μού ανήκει. Η γη ανήκει στο πτώμα μου, στο πτώμα των λουλουδιών που σαπίζουν, στο πτώμα της γάτας μου. Η γη μού ανήκει. Πάσχω από το στομάχι μου, δεν πάω στο γιατρό, ας πονάει, δεν το θεραπεύω. Από στιγμή σε στιγμή νομίζω πως το κομπρεσέρ θα τρυπήσει τον μουχλιασμένο ροζ τοίχο και θα εισβάλλει στο ροζ δωμάτιο. Θα με εμβολίσει με στόχο ακριβώς στο κέντρο. Ακριβώς στο κέντρο. Και ποιο είναι το κέντρο μου; Το τίποτε, το απόλυτο τίποτε. Το κενό. […] Έχει αρπάξει το σώμα μου, το σώμα μου που η γη του ανήκει. Πονάει πολύ το στομάχι μου. Κι εγώ έχω πουλήσει την ψυχή μου για λίγα χρήμα και λίγο ροζ στον τοίχο. Αναβλύζει πίδακας και έξω από το σώμα μου εκσφενδονίζεται ένα συμπαγές κενό.


Μπορεί, ωστόσο, να ειδωθεί από γεωμετρικής απόψεως και ως πλήρης γωνία, ως ένα αφετηριακό σημείο παραδοχής αυτού που είπε ο Λιούις Κάρολ: «Δεν μπορώ να γυρίσω πίσω στο παρελθόν, γιατί ήμουν τότε κάποιος άλλος». Με φόντο την ύπαιθρο και το αστικό τοπίο, προηγούμενες δεκαετίες και τη σημερινή Ελλάδα, με τους αφηγητές να ανήκουν σε διαφορετικές ηλικιακές κατηγορίες και κοινωνικό υπόβαθρο, η Μαρία Μαραγκουδάκη μας φέρνει αντιμέτωπους με αυτή την «τσάκιση», την καμπύλωση του χρόνου και την αίσθηση «ναυτίας» ως άλλους Αντουάν Ροκαντέν. Το προσωπικό και ποιητικό ύφος, η αμεσότητα της έκφρασης, το λαϊκό λεξιλόγιο με τους κρητικούς ιδιωματισμούς φέρνουν ακόμα πιο κοντά τον αναγνώστη στην ταύτιση με κάποιον από τους αφηγητές των 21 διηγημάτων.


Άνθρωποι που μένουν πίσω και προσπαθούν να κρατήσουν άσβεστη τη μνήμη των δικών τους που έφυγαν από τη ζωή, καταγραφές σεξουαλικών εμπειριών, μοναχικές υπάρξεις που κρύβουν τα δικά τους μυστικά, ανεκπλήρωτες επιθυμίες που δονούν συθέμελα τις αποφάσεις του παρόντος, σαρκικές απολαύσεις που πολεμούν για αυτονομία στον περιχαρακωμένο χώρο της θρησκευτικής αφοσίωσης, αλλά και ονειρικές καταστάσεις που επεκτείνονται από τη σφαίρα του φανταστικού σε αυτή της υλικής πραγματικότητας· όλες αυτές οι καταστάσεις σχετικοποιούν έννοιες όπως ο χρόνος, τα δίπολα ζωή-θάνατος και θύτης-θύμα.


Το αναγνωστικό ταξίδι κρύβει πολλές στροφές και δύσκολους δρόμους, αλλά η συγγραφέας προσφέρει απλόχερα ευκαιρίες για προσωπική ενδοσκόπηση. Προπαντός όμως μας υπενθυμίζει ευγενικά – μεταξύ άλλων και στο σχέδιο του εξωφύλλου με τη μαύρη τσάκιση – την προοπτική του θανάτου, την αναπόφευκτη μοίρα όλων, την «άπατη χαράδρα» που χάσκει μέσα στην παροδικότητα όλων των φαινομένων.