1. Θέματα

Μεθυσμένο Παραμύθι | Παιχνίδια Πολέμου

Γράφει η Μάρα Τσικάρα, σκίτσο του Συμεών Τσακίρη


Η αίθουσα ήταν πορτοκαλί. Ένα αυστηρά χαρούμενο πορτοκαλί. Είχε στο κέντρο της 9 καρέκλες. 9 μαλωμένες μεταξύ τους καρέκλες. Σνομπ και ξύλινες. Οι μισές κοιτούσαν τον θεό και οι άλλες μισές… τον θεό. Θεοί τόσοι όσοι χωράνε σε μια άδεια αίθουσα πορτοκαλί. Εμείς ήμασταν 10 νοματαίοι. Ντυμένοι όλοι στα καλά καταθλιπτικά μας. Πανδαισία χρωμάτων. Ροζ, ξανθά, γκρίζα, γυαλιστερά, εμπριμέ, κρεατί και βελουδένια. Προχωρούσαμε στη σειρά κοιτώντας τις φτέρνες των μπροστινών μας. Ζυγίζοντας πόσες αδυναμίες χωράνε μέσα σε στενά παπούτσια. Κάποιες περίσσευαν και χύνονταν στο πάτωμα σαν μυρωδιά νεκρού τυριού ή απορρυπαντικού. Άλλοι τις πατούσανε, άλλοι τις αποφεύγανε με εντυπωσιακά φλικ-φλακ. Άλλοι δεν τις πρόσεξαν καν. Λένε πως αισθάνεσαι τον χρόνο στην κοιλιά. Η δική μου γουργούρισε πως πέρασαν αιώνες. Δεν θυμάμαι αν κάποια στιγμή φτάσαμε από μόνοι μας ή πήδηξα 5-6 σελίδες βαδίσματος για να φτάσω τεμπέλικα στο τέλος. Το τέλος πάντως, ήταν η μέση. Αν η αρχή είναι το ήμισυ του παντός, το ήμισυ της αίθουσας τι είναι; Εκεί. Εδώ που δεν έχει γωνία για να κρυφτείς. Εδώ που φαίνεσαι. Που υπάρχεις και το ξέρουν όλοι. Ποιοί; Αφού και οι 10 στο κέντρο είμαστε. 10 αμήχανοι εχθροί γύρω από 9 καρέκλες σε μια αίθουσα παράλογα πορτοκαλί.


Και ξεκινάει η μουσική …Bach - Cello Suite No.1 i-Prelude... ψιθύρισαν οι καλοί μαθητές …στ' αρχίδια μου… είπε ένα παιδί 6 χρονών κι αρχίσαμε να τρέχουμε.


Γύρω- γύρω σαν κυνηγημένοι. Τρέχαν τακούνια, μπότες και σανδάλια, πατερίτσες, πληγωμένες πατούσες και παντόφλες. Τρέχαν νοίκια και λογαριασμοί, μια ελάχιστη αμοιβή, 2 πουλημένα αυτοκίνητα, μια μειωμένη σύνταξη, ένα άδειο ψυγείο, μια σακούλα παιχνιδάδικου, ένας ραδιοφωνικός σταθμός, ένα χαλασμένο ασανσέρ κι 7 νεύρα τσακισμένα. Τρέχαμε και φτύναμε ιδρώτες και βρισιές, τσιτάτα διαφημίσεων, ποιήματα, σκηνές από ταινίες, βαριά λόγια μεγάλων ανδρών, προστυχιές, γλυκόλογα. Φτύναμε φαγητά, γκουρμεδιές και πιττόγυρα. Κι όσο δεν σταματούσε η μουσική τόσο η απελπισία μεγάλωνε. Κι άρπαξα τα μαλλιά του μπροστινού μου για να 'χω από κάπου να κρατηθώ. Κι αυτός τρόμαξε. Και δεν άντεξα πήδηξα 56 σελίδες τρεξίματος για να φτάσω γενναία στο τέλος. Είχαμε μείνει οι δυο μας. Καρέκλα μία. Μαλωμένη ακόμα. Σνομπ και ξύλινη. Δεν τρέχαμε πια. Αλλά ήμασταν κουρασμένοι. Κατάκοποι. Ξεκούραστες ήταν οι αδυναμίες μας.


Ξεχείλιζαν απ' τα παπούτσια.


Η μουσική είχε σταματήσει χρόνια πριν. Ή είχε κολλήσει στο 2:17. Στο 2:17. Στο 2:17. Στο 2:17. Στο 2:17. Στο 2.17. Στο 2:17. Και μετά μας πιάσαν οι ευγένειες. Μα σας παρακαλώ, όχι καθίστε, τι λέτε τώρα, καθίστε εσείς, δεν πειράζει, μα επιμένω, με τίποτα, προς θεού, προς παναγίας. Μη μ' ανακατεύετε εμένα, είπε ένας θεός περαστικός, ένας άλλος χασμουρήθηκε τόσο δυνατά που ξεκόλλησε επιτέλους το cd. Κι ένας τρίτος ξέχασε ένα παράθυρο ανοιχτό. Και φύσηξε. Κι έπεσε η καρέκλα κάτω. Τι κάνουν 2 μόνοι βασιλιάδες πάνω σε μια πορτοκαλί σκακιέρα; Δίνουν τα χέρια, ίσως, και επιστρέφει ο καθένας στον πλανήτη του. Κι αν ακόμη δεν έχουν ξεπουλήσει τη μία και μοναδική και αδιαμφισβήτητη και χρυσοποίκιλτη καρέκλα που κοσμεί το άδειο τους βασίλειο, κουρνιάζουν πάνω της και αποκοιμιούνται.


Διατάζουν το πιστό τους όνειρο να 'ρθει κι αυτό τριποδίζοντας υπακούει: ήταν λέει μια πορτοκαλί αίθουσα, ένα αυστηρά χαρούμενο πορτοκαλί…