1. Mind the art
  2. Εικαστικά

Στη χώρα του Καλύτερα, του Tότε, του Ποτέ…

Μάρα Τσικάρα/ methparamithi@yahoo.gr



Μια συνομιλία με τη ζωγραφική του Γιάννη Σταύρου


Μου άρεζαν πολύ τα μιούζικαλ. Από παιδί κουκουλωνόμουν στη ροζ κουβέρτα και ξενυχτούσα για να δω ζευγάρια να ίπτανται με χάρη πάνω από το έδαφος, κάποιον να μεταμορφώνει μια γκαντέμω καταιγίδα σε πανηγύρι του έρωτα και της βροχής, να βγαίνει ουράνιο τόξο κι ακολουθώντας δρομάκια με κίτρινα τούβλα, άκαρδοι φοβητσιάρηδες και κουτοί να ψάχνουν τη χώρα του Καλύτερα, του Τότε, του Ποτέ… Δες πόσο εύκολο είναι να τραγουδάς, να ζεις, να παίζεις, να μεγαλώνεις, να δραπετεύεις μες τη μουσική.


Το επόμενο γκρίζο πρωινό στο σχολείο, δυσκολευόμουν να πιστέψω πως είναι μόνο αυτό. Σκέτο. Γιατί δεν βγαίνουν απ’ τις αίθουσες οι μαθητές χορεύοντας στη μικροσκοπική αυλή, να τραγουδούν για το πόσο βαρετά είναι τα μαθήματα και πόσο όμορφο είναι το διάλειμμα. Τα κορίτσια πάνω στα κάγκελα και τα αγόρια από κάτω γονατιστοί να μας περιμένουν να χαθούμε στην αγκαλιά τους, να ζήσουμε καλλιτεχνικά ζευγάρια στη χώρα του Καλύτερα, του Τότε, του Ποτέ. Και κάθε φορά, το μιούζικαλ αναβάλλονταν για την επόμενη, τη μεθεπόμενη, την πολλά χρόνια αργότερα.


Τρεις μέρες πριν την πρεμιέρα, βιώνω την προετοιμασία και τον πανικό ενός τέτοιου εγχειρήματος*. Με πρωταγωνίστρια την ξεπεσμένη ντίβα: Θεσσαλονίκη, και την ανερχόμενη στάρλετ: Υπερπροσπάθεια 70και ανθρώπων να συνεργαστούν, να επικοινωνήσουν, να σωπάσουν, να δώσουν τον καλύτερο τους εαυτό σε κάτι που εκ βαθέων πιστεύουν ή έχουν εκπαιδευτεί να πιστεύουν. Ανεξαρτήτου αποτελέσματος λοιπόν, σε αυτό το μιούζικαλ, μεταξύ άλλων, η Θεσσαλονίκη ανατρέχει στο παρελθόν και αναπαριστά μια εποχή που δεν υπήρχε καχυποψία, ρατσισμός και διχόνοια… Εκεί όπου  Εβραίοι, Μουσουλμάνοι, Χριστιανοί ζούσαν, μεγάλωναν, τραγουδούσαν και χόρευαν παρέα.


Τελειώνω αργά από την πρόβα και κατευθύνομαι με το ποδήλατο στο σπίτι. Περίπου 10’ διαδρομή. Ικανά για σκέψεις, απολογισμούς και όνειρα… Ήμασταν λέει όλοι μαζί… οι καλοί κι οι κακοί μαθητές παρέα, χορεύαμε με σκουφιά και κασκόλ μέσα στο κρύο, θρηνούσαμε τα ζόρια μας κι υμνούσαμε το διάλειμμα…τις μέρες που έρχονται… τις Χώρες του Καλύτερα, του Τότε, του Ποτέ… συγχρονισμένοι όλοι μαζί κι ερωτευμένοι με την πρωταγωνίστρια… ξεπεσμένη, ανερχόμενη, ψωνάρα και πανέμορφη Θεσσαλονίκη… εκεί στο ύψος της Λαγκαδά.


Φτάνω σπίτι πτώμα. Κι όσοι με πλησιάζουν, τοίχοι καθρέφτες σκυλιά κι αγαπημένοι, μου λένε πως βρωμάω από την κορφή ως τα νύχια καυσόξυλα. Η απόσταση των 10’ με το ποδήλατο, είναι ικανή να απορροφήσει την κατάντια της εποχής μας: Άνθρωποι να καίνε ό,τι βρουν για να ζεσταθούν κι αυτό να εκπέμπεται σαν αιθαλομίχλη στον αέρα και στα κυκλοφορούντα κορμιά αυτής της πόλης.


«Είναι από την πρόβα…» λέω και ψεύδομαι κι είναι σαν να ομολογώ όλη μας την αλήθεια «…από την σκηνή της πυρκαγιάς του 1917» …τότε που χάθηκαν τα πάντα για να ξαναγεννηθούν και να ξαναπεθάνουν και να αναστηθούν και να ξαναβουλιάξουν και να ξανανθίσουν στραβά στρεβλά μα φρέσκα και ικανά, ανάλογα την κατεύθυνση της Ιστορίας, ή την κατεύθυνση που θα τους δώσεις….


Το κοριτσάκι στη ροζ κουβέρτα τολμά να πει, έστω χωρίς τραγούδια και χορούς, πως θα ‘θελε η κατεύθυνση να είναι… ΑΠΟ ‘ΔΩ ΚΑΙ ΠΑΝΩ. Από δω και πάνω. Από δω και π….


* "Με μουσικές εξαίσιες… με φωνές!" Μια μουσική ιστορία της Θεσσαλονίκης, ΚΡΑΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ