1. Cinema

Μικρό σημείωμα για τους ΑΚΑΤΑΝΙΚΗΤΟΥΣ ΕΡΑΣΤΕΣ του Σταύρου Τσιώλη

γράφει η Ιωάννα Λιούτσια

Είδα εχθές, με κάποια μικρή επιφύλαξη δεν το κρύβω, την ταινία του Σταύρου Τσιώλη, Ακατανίκητοι Εραστές (1988), σε online screening του Balkan Can Kino Film Symposium, που «τρέχει» ως τις 24/10.


Ειδική για τον κινηματογράφο δεν είμαι κι ούτε θα κάτσω εδώ να προσποιηθώ πως ξέρω. Ωστόσο αυτή η ταινία είχε κάτι, είχε αυτό το κάτι που θα ζήλευαν πολλά video art, performances και γενικώς, πολλά έργα εννοιολογικής τέχνης (conceptual art). Γιατί έτσι την είδα την ταινία, ως conceptual art.


Ναι, ως ταινία είναι βαρετή. Όμως, η σύλληψή της και η ιδιορρυθμία της, την κάνουν απείρως ευφυή και μάλιστα με το τίποτα, με τα πιο απλά υλικά. Τα πρώτα δέκα λεπτά είναι αριστουργηματικά ως concept - δίχως να ξέρεις αν πρέπει να γελάσεις ή να κλάψεις, και προετοιμάζουν το πάρτυ σημειολογίας που ακολουθεί σε όλη την ταινία.


Αν κάποιος διαβάσει την περιγραφή της ταινίας θα μπορούσε σχεδόν να πιστέψει πως πρόκειται για ένα περιπετειώδες road movie: ο δωδεκάχρονος Βασίλης δραπετεύει απ' το ορφανοτροφείο, περιπλανιέται για λίγο στην Αθήνα, έπειτα πάει στην Κόρινθο, στην Τρίπολη, στο ερειπωμένο του χωριό, κάνει διάφορες δουλειές για να τα βγάλει πέρα…


Η περιγραφή εν μέρει ξεγελά: ναι, είναι ένα road movie αλλά εδώ ο δρόμος είναι η ίδια η ζωή. Ο Τσιώλης επιλέγει ένα παιδί που ο σωματότυπός του «φέρνει» σε μεγάλου άντρα – σχεδόν παρατημένου απ' τη ζωή, το ντύνει με ρούχα και καπέλο μεγαλίστικα και το βάζει να φέρεται σαν στερεοτυπικός πενηντάρης στην επαρχία του '80 (ή κι όχι μόνο αυτής της εποχής).




Αποτινάζοντας κάθε ίχνος παιδικότητας από τη συμπεριφορά του και σχεδόν κι απ' την εμφάνισή του, πλην των φυσικών του χαρακτηριστικών που δεν γίνεται να αλλάξουν, ο Τσιώλης πετυχαίνει με την εκπληκτική αυτή αντίθεση να φανερώσει τον παραλογισμό της ενήλικης ζωής, να ξεμπροστιάσει τις γελοίες στάσεις και πεποιθήσεις μας στον κόσμο των μεγάλων, εν τέλει να μας δείξει πόσο ψεύτικα και αφύσικα φερόμαστε ως προς τον εαυτό μας και τους άλλους. Πόσο προκάτ είμαστε.


Πόσο κατασκευασμένοι είμαστε ακόμη και σε επίπεδο φύλου, ποιος είναι ο ρόλος του καθενός μας. Πώς (πρέπει να) φέρεται ο άντρας και πώς η γυναίκα, τι ζητά ο ένας απ' τον άλλον και τι δίνει. Ηθελημένα ή όχι, η ταινία καταφέρνει να μιλήσει στον πυρήνα ζητημάτων καθολικών, χωρίς να γίνεται ποτέ διδακτική και δεικτική.


Με την ιδιαιτερότητα που χαρακτηρίζει τις ταινίες του Τσιώλη, μ' αυτήν την τρυφερότητα της απόστασης, παρατηρεί τον ήρωά του έρημο μέσα στο πλήθος, πληθωρικό στη μοναξιά του, σιωπηλό στη ζωή του ζευγαριού, ν' αναζητά μέσα απ' τις αντιφάσεις το νόημα της (ενήλικης) ζωής.


Μία απροσδόκητη ταινία που σε φέρνει σε αμηχανία, κάτι μικρό για τη μελαγχολία της ύπαρξης.