1. Cinema
  2. Εξώστης Θ

Ο Εξώστης στο Annecy - Καταπίνοντας ένα ποίημα

γράφει ο Αντώνης Λαγαρίας

Un homme est mort του Olivier Cossu

Γαλλία | 67'


Επανάληψη, ξανά, ξανά επανάληψη, repeat, more, encore, répetition, επαναλαμβάνεις ξανά και ξανά, το στόμα σου ματώνει, γραπώνεις μια φράση, την βάζεις στο repeat, στο αυτόματο, και άλλο, μέχρι να μείνει μονάχα η ουσία, αυτό που δεν μπορεί να χαθεί, αυτό που δίχως αυτό δεν υπάρχει η φράση, το ακατανόητο. Εάν επαναλάβεις μια φράση 100 φορές, τι θα αφήσει πίσω της; Τι θα συνεχίσει να αντηχεί στο βάθος της ψυχής η οποία το άκουσε και τις εκατό, μια προς μια; Τα μηχανηματα αναπαραγωγής καταστρέφονται, η τέλεια επανάληψη χάνεται ως έννοια, αυτό που μένει είναι η ανθρώπινη αναπαραγωγή, η ατελής, η υποκειμενική, το αποτέλεσμα αυτής της επανάλαμβανόμενης πράξης μέσα στον άνθρωπο.


Δεν είναι ισάξιο;



Ένας τύπος που πιστεύει στην πολιτική δύναμη της εικόνας διασχίζει την χώρα μέσα σε ένα ανοιχτό βαν παίζοντας ξανά και ξανά την ίδια μικρή ταινία. Μέχρι που η μπομπίνα καταστρέφεται, λιώνει από την χρήση. Μέχρι που το μαγνητόφωνο καίγεται. Ένας άνθρωπος είναι νεκρός – η κοινωνία δεν μπορεί να συνεχίσει στην ίδια τροχιά, ο χρόνος πρέπει να παγώσει, να ουρλιάξουμε όλοι σύσσωμοι κοιτώντας τις τροχιές των αστεριών.


Un homme est mort qui n'avait pour défense
Que ses bras ouverts à la vie
Un homme est mort qui n'avait d'autre route
Que celle où l'on hait les fusils
Un homme est mort qui continue la lutte
Contre la mort contre l'oubli


Ένας άνθρωπος είναι νεκρός. Αυτές οι φράσεις συνοδεύουν την μπομπίνα, επαναλαμβανόμενες και αυτές, μέχρι να λιώσουν, να χαθούν, να καταστρέψουν τα μηχανήματα που τις αναπαράγουν και τότε να απαιτήσουν από τον άνθρωπο να πάρει θέση. Να πει όχι αυτές τις ίδιες, αλλά αυτές μασκαραμένες με την φορεσιά που ο ίδιος τους δίνει. Όπως ο ίδιος τις νιώθει. Να πάρει αυτές τις φράσεις, να τις βουτήξει μέσα του και να τις βγάλει καθαρές, νέες, φρέσκιες. Ο ποιητής ξανανιώνει, οι φράσεις αποκτούν ξανά ζωή. Η ποίηση του έχει καταβροχθιστεί από τον Λαό και έχει ξαναγεννηθεί σε μια αδιανόητα ανθρώπινη και ελλειμματική μορφή.



Ο Gabriel Peri, κομμουνιστής, δολοφονείται από τους ναζί στην Γαλλία. O Paul Éluard –ποιητής γράφει για αυτόν : Ένας άνθρωπος είναι νεκρός, που δεν είχε για να προστατευτεί τίποτα παρά τα μπράτσα του ανοιχτά στην ζωή (Au rendez-vous des Allemands (1944)). Το 1950 το Brest, οπως και το μεγαλύτερο κομμάτι της γαλλικής ακτής της Μάγχης είναι κατεστραμμένο μετά από τους γερμανικούς βομβαρδισμούς κατά το τέλος του Β παγκοσμίου πολέμου. Διαμαρτυρόμενοι για τις συνθήκες εργασίας, οι εργάτες κηρύττουν γενική απεργία κατά την διάρκεια της οποίας ο Edouard Mazé δολοφονείται από την αστυνομία. Ο γνωστός -και κυνηγημένος- κινηματογραφιστής του Afrique 50, René Vautier, αποφασίζει να καταγράψει τα γεγονότα της απεργίας και τους εργάτες. Στο μικρό ντοκιμαντέρ που γυρίζει, αποφασίζει να βάλει το ποίημα του Eluard ως ηχητική υπόκρουση αλλάζοντας το όνομα το Peri με το όνομα Mazé. Η ταινία παίζεται εκατοντάδες φορές στους δρόμους, στα συνδικάτα, στα εργοτάξια παίζοντας ξανά και ξανά το μοναδικό αντίγραφο του φίλμ μέχρι που αυτό καταστρέφεται και χάνεται οριστικά.

Από αυτά τα γεγονότα, οι Étienne Davodeau και Kris εμπνέονται και σχεδιάζουν ένα κόμικ το 2006 με τίτλο 'Un homme est mort'. To 2017, το κόμικ μεταφέρεται στην μεγάλη οθόνη από τον Olivier Cossu και παρουσιάζεται στο μη διαγωνιστικό τμήμα στο Festival international du film d'animation d'Annecy με τον ίδιο τίτλο.


Η ταινία αποτυπώνει την πολιτική δύναμη που είχε το ντοκιμαντέρ εκείνη την εποχή. Οι τεχνολογική εξέλιξη επέτρεψε στις κάμερες και τις μηχανές προβολής να είναι σχετικά φορητές. Ως αποτέλεσμα, οι ντοκιμενταρίστες μπορούσαν να φτάσουν στην καρδιά των γεγονότων και να φιλμάρουν πραγματικά αυτά που συνέβαιναν. Η Γαλλία το 1950 κατακλύζεται για πρώτη φορά από εικόνες των χωρών της Αφρικής που βρίσκονται υπο γαλλικής κατοχής – εικόνες εκμετάλλευση και εξαθλίωσης.. Ταυτόχρονα, ταινίες με τους αγώνες των εργατών μπορούν να γυριστούν επί τόπου αλλά και να προβληθούν έξω από τις κινηματογραφικές αίθουσες, ακόμα και στον δρόμο- και να φτάσουν έτσι σε ένα ευρύ κοινό προλετάριων, εργατών και γενικά φτωχών οι οποίοι δεν είχαν μέχρι τότε πρόσβαση στις αίθουσες. Έτσι ο κινηματογράφος γίνεται το νούμερο ένα εργαλείο για πολιτική προπαγάνδα, για την απεικόνιση γεγονότων άγνωστων μέχρι τότε στο ευρύ κοινό αλλά και η τέχνη του λαού – η μοναδική που είναι ανοιχτή σε όλους.



Η ταινία μεταδίδει το πνεύμα της εποχής αλλά και την εξέλιξη της αντίληψης των ανθρώπων μέσα από τον κινηματογράφο. Οι αρχικά δύσπιστοι εργάτες, εχθρικοί προς αυτό το παράξενο εργαλείο – την κάμερα- γίνονται σταδιακά οι πιο ένθερμοι υπερασπιστές του. Η ταινία θέλει μια τέχνη που να απευθύνεται σε όλους, ειδικά στον λαό, ενάντια στον ελιτισμό της τέχνης της εποχής. Όμως για εμένα όλη η ουσία βρίσκεται στην τελευταία φράση. Όταν ο σκηνοθέτης βραχνιάζει, δίνει το ποίημα που διάβαζε παράλληλα με την προβολή της ταινίας στον βοηθό του, έναν εργάτη, φίλο του Maze, για να το διαβάσει στην θέση του. Αυτός, μη ξέροντας να διαβάζει αλλά έχοντας ακούσει δεκάδες ήδη φορές το ποίημα, απαγγέλει μια δική του εκδοχή, λέγοντας το ποιήμα όπως ο ίδιος το ένιωθε. Ο σκηνοθέτης ηχογραφεί αυτήν την εκδοχή και την παρουσιάζει στον -γέρο πια- ποιητή του αρχικού ποιήματος, τον Paul Éluard. Αυτός ακούει μέσα σε μια βαθιά σιωπή και έπειτα του λέει:


«Σε ευχαριστώ που μου επέτρεψες να ακούσω τις λέξεις μου όταν αυτές έχουν καταβροχθιστεί από τον λαό»