1. Mind the art
  2. Βιβλίο

Οι ντουλάπες

Ένα μικρό διήγημα της Μαρίας Παπαϊωάννου


Είχα κρύψει τα γράμματά του στην ντουλάπα ψηλά, εκεί που καταχώνιαζα τα καλοκαιρινά το Φθινόπωρο και τα χειμωνιάτικα την Άνοιξη.


Κάθε χρόνο η ίδια ιστορία. Διέθετα δύο ημέρες άδεια από την δουλειά με την πρόφαση ότι έχω να φτιάξω τις ντουλάπες και μόλις έβαζα τα παιδιά στο σχολικό και έβλεπα το φως του ασανσέρ να καταπίνει τον Σπύρο και τον χαρτοφύλακά του προς το ισόγειο της πολυκατοικίας, κλείδωνα τέσσερις φορές και έπιανα δουλειά.

Τα άνοιγα με μια μορφή ιεροτελεστίας, με μια δόση ψυχαναγκασμού. Από το πρώτο προς το τελευταίο. Ζούσα την κάθε στιγμή σαν να ήταν καινούρια, σαν να μην την είχα ξαναβιώσει. Εκεί, ανάμεσα σε μάλλινα πουλόβερ και λινές φούστες, οι υποσχέσεις του, τα λόγια του τα μεγάλα τα τρανά, τα ψεύτικα, αρνούνταν πεισματικά να σκοροφαγωθούν και έτσι κατέτρωγαν εμένα δυο φορές τον χρόνο.


«Μην με αφήσεις. Μην τον παντρευτείς, σε παρακαλώ. Δώσε μου λίγο χρόνο και θα χωρίσω, στο υπόσχομαι».


Το μεσημέρι και πριν γυρίσουν τα παιδιά, έβαζα το νερό για τα μακαρόνια να βράσει. Οπωσδήποτε σπιτίσιο φαΐ αλλά δεν είχα χρόνο για σπουδαία πράγματα –τα υπόλοιπα μέλη της φαμίλιας ήξεραν ότι σήμερα προτεραιότητα είχαν οι ντουλάπες.


Όταν πια επέστρεφε και ο Σπύρος, όλα ήταν όπως περίμενε ότι θα ήταν. Τα καφέ καλοκαιρινά σακάκια του κρεμασμένα στην θέση τους και τα μπεζ παντελόνια του διπλωμένα στην σειρά. Η εαρινή στολή εργασίας του έτοιμη να τον τυλίγει κάθε μέρα της νέας εποχής. Αντίστοιχα και τον χειμώνα. Τα πουλόβερ του ανά χρώμα, καφέ, μπλε, μαύρο και οι κάλτσες του διπλωμένες στο πρώτο συρτάρι με το διακριτικό της μάρκας να φαίνεται για να επιλέγει ένα ζευγάρι ανά ημέρα.


Ο Σπύρος πιο πολύ προβληματιζόταν για τις κάλτσες του παρά για τα βράδια που με έπαιρνε ο ύπνος στον καναπέ να τυλίγομαι με το ριχτάρι ώστε να μην χρειαστεί να ξαπλώσω πλάι του.


«Αθηνά, κάνε λίγη υπομονή, Αθηνά μου. Κάνε λίγη υπομονή καρδούλα μου, και θα δεις όλα θα αλλάξουν».


Δυο φορές τον χρόνο τον ανάσταινα. Μύριζα το άρωμα με το οποίο δρόσιζε τα γράμματά του, αν και τόσα χρόνια μετά, είχαν νοτίσει από τις λεβάντες σε μορφή φυσαλίδων που παραγέμιζα τα ντουλάπια.


Δυο φορές τον χρόνο κούρνιαζα στο πλευρό του Σπύρου και έκλαιγα με τις ώρες όσο εκείνος μου χάιδευε τα μαλλιά και ψιθύριζε: «Σώπα καλή μου, σώπα, όλα πέρασαν πια».


Δυο φορές τον χρόνο, όσο έφτιαχνα τις ντουλάπες, γινόμουν πάλι εκείνο το προδομένο κοριτσόπουλο με τις λεπτές γάμπες και τα ξεχτένιστα μαλλιά που περίμενε καρτερικά στο παράθυρο το σφύριγμα του Τάκη, για να βγει στην γωνία και να πάρει κλεφτά δυο φιλιά και ένα τσαλακωμένο χαρτί από την μέσα τσέπη του σακακιού του που μοσχοβολούσε βαρύ άρωμα, καπνό και ψέματα.


* Το διήγημα Οι ντουλάπες γράφτηκε στο τραπέζι της κουζίνας, έπειτα από μία σκέψη της Εύας Κουκή, στην οποία και αφιερώνεται.