1. Mind the art
  2. Θέατρο

Πλούσιος “Αγαμέμνων” από το Εθνικό

γράφει η Ιωάννα Λιούτσια

Υπάρχουν φορές που αναρωτιόμαστε γιατί συνεχίζουμε να ανεβάζουμε με τέτοιο πάθος κι επιμονή αρχαίο δράμα, υπάρχουν φορές που αναρωτιόμαστε γιατί ο κόσμος συρρέει κάθε καλοκαίρι να παρακολουθήσει το "δράμα ημών το επιούσιον". Υπάρχουν και φορές που αναρωτιόμαστε ποια είναι η δουλειά του σκηνοθέτη σε ένα έργο γενικά, σε μια παράσταση, και πόσο μάλλον σ' ένα έργο χιλιοπαιγμένο. Ίσως το Εθνικό Θέατρο και η Ιώ Βουλγαράκη να αποπειράθηκαν να απαντήσουν στην τρίτη ερώτηση – δίνοντας έτσι και μια απάντηση στις δύο πρώτες.


Το πρώτο μέρος της τριλογίας της Ορέστειας που παρουσιάζει φέτος το Εθνικό ανέλαβε να σκηνοθετήσει η Ιώ Βουλγαράκη. Το αποτέλεσμα δικαίωσε την επιλογή της, κυρίως για το λόγο ότι παρακολουθήσαμε μια παράσταση με σαφή ερμηνευτική προσέγγιση. Είδαμε αυτό που η σκηνοθέτης διάβασε στο έργο. Τίποτα αφηρημένο και τίποτα αφημένο στην τύχη του. Τι είδε, λοιπόν, η σκηνοθέτης; Είδε μια Κλυταιμνήστρα άνδρα, και το δήλωσε σαφώς και με την εξωτερική της εμφάνιση: με παντελόνια και το κεφάλι ξυρισμένο. Αντίθετα, ο Αγαμέμνων, μετά από μια αληθινά εντυπωσιακή είσοδο ακολουθούμενος από την μορφή της Κασσάνδρας, εμφανίζεται με φορέματα γυναικεία, με μακριά μαλλιά με βοστρύχους. Δεν είναι, όμως, ο μόνος. Ο χορός των γερόντων φορά επίσης φορέματα και μαντήλια στα μαλλιά που θυμίζουν περισσότερο γιαγιάδες, ο κήρυκας που έρχεται να προαναγγείλει τον ερχομό του Αγαμέμνονα έχε επίσης μακριά κόμη και φόρεμα. Μόνο ο Αίγισθος, "παίζει" ανάμεσα στις δύο εικόνες. Φοράει παντελόνια αλλά με μια γραμμή που κόβει το στήθος παραπέμποντας σε ρούχα γυναικεία που χωρίζουν κορμό από στήθος. Φοράει γκρι, ανάμεσα στα ολόλευκα της Κλυταιμνήστρας και στα μαύρα του στρατηγού Αγαμέμνονα και των υπόλοιπων ανδρών, ίσως γιατί βρίσκεται κι εκείνος μετέωρος ανάμεσα τους. Άνδρας μα συντάσσεται με τη γυναίκα. Εξαιρετικος εν γένει ο σχεδιασμός των κοστουμιών από τον Πάρι Μέξη.



Στον σκηνικό χώρο που επιμελήθηκε ο ίδιος και οριζόταν από μεγάλα τμήματα λίθων – που προφανώς δεν είχαν άλλη λειτουργία από αυτή – και δέσποζε μια κεφαλή, ας υποθέσουμε του Αγαμέμνονα κινήθηκε ο χορός των 9 ανδρών. Θα σταθώ στη χρήση του αντικειμένου τους: ένα μικρό σκαμνάκι που έφερε ο καθείς μαζί του κατά την είσοδό του στη σκηνή και δεν το αποχωρίστηκε σχεδόν ποτέ. Θα μου άρεσε να αποδώσω συμβολική έννοια στο σκαμνί αυτό, πχ την έννοια της εστίας, ή την έννοια της μη-δράσης που έχουν οι γέροντες ή ακόμη ακόμη να μου θυμίσει τις κοινωνίες των ηλικιωμένων στις επαρχίες κυρίως, όπου καθισμένοι παρατηρούν και συζητούν. Ένα πρώιμο καφενείο. Κάπως σαν και το φινάλε του έργου. Ωστόσο, θεωρώ άστοχη και κουραστική την συνεχή μετακίνηση τους δίχως λόγο και σκοπό, μη λειτουργική τη χρήση τους ως άλλα στοιχεία (τι είναι το σκαμνί όταν το σηκώνεις μπροστά στον Αγαμέμνονα – τι είναι όταν με τον ίδιο τρόπο το σηκώνεις μπροστά στην Κασσάνδρα), και λύσεις ανάγκης τους σχηματισμούς που προέκυψαν ως πυργάκια που διαλύθηκαν σε ένα λεπτό – δίχως να προλάβει κάτι να "γράψει" ή πχ το πάρε-δώσε με τον κήρυκα, για να γεμίσουμε με δράσεις τον λόγο. Παραμένοντας στα αδύναμα σημεία της παράστασης, περίττευε επίσης η χρήση ηχογραφημένων φωνών ειδικά στην πρώτη αρχή από τον φύλακα.





Όσον αφορά την υποκριτική γραμμή και τους ηθοποιούς, υπήρχαν δύο γραμμές που κινήθηκαν παράλληλα, γεγονός το οποίο θα χαρακτήριζε και το σύνολο της παράστασης. Από τη μία πλευρά, λοιπόν, βρίσκεται το κλασικό στυλ, αυτό που ο μέσος θεατής περιμένει να ακούσει και να αντικρίσει σε μια τραγωδία, αυτό για την οποία είναι εκπαιδευμένος. Αυτό το στυλ ακολούθησαν πχ η Εύη Σαουλίδου ως Κλυταιμνήστρα (παρεμπιπτόντως, η υπερβολικά καλή άρθρωση και η μάσκα καταντούν πρόβλημα, καθώς φαίνεται πως καταβάλλεται μεγάλη προσπάθεια για κάτι που θέλει να μοιάσει φυσικό αλλά δεν είναι) και ο Χορός. Από την άλλη πλευρά, βρίσκεται ένα πιο φαινομενικά ελεύθερο στυλ, ωστόσο πολύ καλά δομημένο τεχνικά με παύσεις, παρατονισμούς, παραξενίσματα και εναλλαγές. Το στυλ του απροσδόκητου. Αυτό τον δρόμο ακολούθησαν ο Αργύρης Ξάφης (Αγαμέμνων) και ο Αλέξανδρος Λογοθέτης (Αίγισθος) και ήταν εκείνοι που, κατά τη γνώμη μου, έδωσαν ζωντάνια και χυμούς στην παράσταση.

Θα ήθελα να προσθέσω κι ένα σύντομο σχόλιο για την Κασσάνδρα – Δέσποινα Κούρτη. Η εμφάνισή της, με ό,τι αυτό σημαίνει, ήταν πράγματι εντυπωσιακή κι επιβλητική. Το ίδιο κι η εικόνα της λίγο πριν αρχίσει να μεταφέρει τους χρησμούς του Απόλλωνα. Προσωπικά η κατασκευή της εικόνας της Κασσάνδρας μου έφερε στο νου τον Χριστό στο σταυρό. Χέρια απλωμένα, γόνατα ελαφρώς λυγισμένα, σώμα αδύναμο, ρούχο που μοιάζει να καλύπτει μόνο το κάτω μέρος του σώματος με πτυχές ανάλογες των υφασμάτων των χιτώνων της ρωμαϊκής εποχής. Ξεστομίζει τις προφητείες της, δεν την πιστεύουν όπως κι εκείνον, τη θανατώνουν επίσης.



Λίγα λόγια και για τη μουσική του Θοδωρή Αμπαζή. Στο δρόμο που ακολουθούν πλείστες όσες παραστάσεις αρχαίου δράματος, ωστόσο λιτός στην πρότασή του, μελωδικός και τρυφερός από τη μία με τη χρήση του κλαρίνου, από την άλλη στακάτος και άμεσος – ακολουθώντας τη σκηνοθεσία και τούμπαλιν. Ξεχώρισαν το Β', Γ' και Δ' Στάσιμο του χορού. Σκηνοθετικά ιδιαίτερα, ξεχώρισε η τελευταία διαφωνία του Χορού, ο διχασμός του στο Δ' Στάσιμο.


Κλείνοντας, λοιπόν, ομολογώ πως είναι μια παράσταση πλούσια σε ενδιαφέροντα στοιχεία, μια παράσταση που στοχάζεται πάνω στην αρχαία τραγωδία και τα πρότυπά της, που δοκιμάζει, προτείνει, έχει ιδέες. Κάποιο βαρίδιο του παρελθόντος την κράτησε κάπως πίσω. Σίγουρα το ρόλο του σ' αυτό το παίζει και η μετάφραση του Κ.Χ.Μύρη. Λέξεις που δεν υπάρχουν, που δεν μιλιούνται, σύνταξη ασυνταξίας για προβολή της ποιητικότητας του αρχαίου κειμένου, μάλλον απομακρύνουν απ' το νόημα και τη συγχρονικότητα του έργου με το κοινό του. Πολλά θα μπορούσαμε ακόμη να γράψουμε κι αυτό είναι κάνει την παράσταση της Ιώς Βουλγαράκη αν μη τι άλλο ενδιαφέρουσα.