1. Mind the art
  2. Βιβλίο

Ποια ήταν η Μιλέβα Μάριτς;

γράφει η Εύα Κουκή


Όταν ακούμε το όνομα του Άλμπερτ Αϊνστάιν, δεκάδες συνειρμοί έρχονται στο μυαλό μας: ο μεγάλος επιστήμονας του 20ου αιώνα, ο εξέχων φυσικός, ο εμπνευστής της θεωρίας της σχετικότητας. Στο άκουσμα, όμως, του ονόματος της Μιλέβα Μάριτς ελάχιστες ή και μηδαμινές πληροφορίες μας έρχονται κατά νου.


Ποια ήταν η πρώτη γυναίκα του Αϊνστάιν, για την οποία ελάχιστες πληροφορίες έχουν διασωθεί – και αυτό χάρη σε έρευνες των τελευταίων μόνο δεκαετιών; Το να πούμε το τετριμμένο, ότι δηλαδή «πίσω από έναν μεγάλο άνδρα κρύβεται μια σπουδαία γυναίκα» θα ήταν εντελώς κοινότοπο, και ειδικά στην περίπτωση της Μάριτς θα την αδικούσε κατάφορα. Καθώς η πρώτη γυναίκα του Άλμπερτ Αϊνστάιν δεν ήταν απλώς μία υποστηρικτική σύζυγος που στήριξε τον άντρα της όσο εκείνος προχωρούσε και διέπρεπε επιστημονικά. Αντιθέτως, υπήρξε μία επιστήμονας η ίδια, που αν οι συγκυρίες της ζωής της ήταν διαφορετικές, τότε πιθανότατα το όνομά της θα ήταν εξίσου αναγνωρίσιμο με εκείνο του συζύγου της. Και για να είμαστε πιο ακριβείς: αυτό που πρέπει να αναρωτηθούμε είναι το κατά πόσο η Μιλέβα Μάριτς συνέβαλε έμπρακτα στις επιστημονικές ανακαλύψεις που έχει πιστωθεί προσωπικά ο Αϊνστάιν.


Το βιβλίο της Marie Benedict Μιλέβα Μάριτς: στη σκιά του Αϊνστάιν πραγματεύεται –εντός του μυθοπλαστικού πλαισίου– τη ζωή της Μάριτς από το 1896 ως το 1914 και κλείνει, επιλογικά, με κάποιες σκέψεις της από το 1948. Η Μιλέβα (ή Μίτσα, όπως την αποκαλούσαν οι κοντινοί της άνθρωποι) Μάριτς γεννήθηκε το 1875 στο Τίτελ της Αυστροουγγαρίας (περιοχή της σημερινής Σερβίας) σε μία ευκατάστατη οικογένεια σερβικής καταγωγής. Από μικρή ηλικία έδειξε ότι έχει κλίση προς τις επιστήμες και τα γράμματα, γεγονός που υποστηρίχθηκε ιδιαίτερα από τον πατέρα της. Γεννημένη προς τα τέλη το 19ου αιώνα μεγάλωσε σε μια εποχή κατά την οποία οι γυναίκες δε λάμβαναν ιδιαίτερη μόρφωση και προορίζονταν αποκλειστικά για να γίνουν καλές νοικοκυρές και μητέρες. Το γεγονός, όμως, πως η Μάριτς είχε εκ γενετής ένα χωλό πόδι και μια δυσμορφία στη λεκάνη έκανε τους γονείς της να θεωρούν απίθανη την αποκατάστασή της. Η προοπτική αυτή που διέβλεπε για την προσωπική της ζωή σε συνδυασμό με την ευφυΐα της Μάριτς οδήγησαν τον πατέρα της στο να την προτρέπει ένθερμα κι από νωρίς να στραφεί στις σπουδές, παρά τις αντιρρήσεις της μητέρας της ότι αυτή δεν θα ήταν ζωή για μια γυναίκα. Έτσι, λοιπόν, ξεκίνησε να πηγαίνει σχολείο στο Νόβι Σαντ και στη συνέχεια –καταφέρνοντας να πάρει ειδική άδεια– φοίτησε στο λύκειο αρρένων στο Ζάγκρεμπ. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να σπουδάσει Φυσική στο Πολυτεχνείο της Ζυρίχης, ούσα η μοναδική γυναίκα φοιτήτρια στην τάξη της και μία από τις ελάχιστες γυναίκες που σπούδαζαν στο πανεπιστήμιο εκείνη την εποχή. Η Benedict στο βιβλίο της μας δείχνει ότι η Μάριτς πηγαίνοντας να σπουδάσει στην Ελβετία δεν χαίρει και της καλύτερης μεταχείρισης. Οι καθηγητές της την στραβοκοιτούν, καθώς είναι γυναικά, και την υποτιμούν λόγω της ανατολικοευρωπαϊκής καταγωγής της. Εκείνη, ωστόσο, δεν το βάζει κάτω.



Αφοσιώνεται στις σπουδές της και ονειρεύεται –από κοινού με τις φίλες που κάνει στα φοιτητικά της χρόνια– να ασχοληθεί με την επιστήμη και να κατακτήσει ένα σπουδαίο επαγγελματικό μέλλον. Το 1896, τη χρονιά που περνά στο Πανεπιστήμιο, γνωρίζεται με τον κατά τέσσερα χρόνια νεότερο συμφοιτητή της, τον Άλμπερτ Αϊνστάιν. Οι δυο τους περνούν πολύ χρόνο μαζί διαβάζοντας και συζητώντας για ποικίλα θέματα. Στη συνέχεια η στενή επαφή τους εξελίσσεται σε προσωπική σχέση.


Στο βιβλίο της Benedict, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ροπή, παρακολουθούμε την πορεία Μάριτς καθώς αυτή καταφέρνει να περάσει στο Πανεπιστήμιο, ξεκινά τις σπουδές της, γνωρίζει τον Αϊνστάιν, τον ερωτεύεται και στην πορεία οι σπουδές της και οι επιστημονικές της επιδιώξεις μένουν πίσω. Καθώς η σχέση τους εξελίσσεται, η Μάριτς μένει έγκυος και γεννά ένα κορίτσι, τη Λίζερλ. Επειδή ούτε η ίδια ούτε ο Αϊνστάιν έχουν σταθερή δουλειά, αναγκάζεται να μείνει με τους γονείς της αφού γεννήσει. Στη μυθοπλαστική ροή της ιστορίας η Benedict γράφει πως η κόρη του Αϊνστάιν και της Μάριτς πεθαίνει λίγους μήνες μετά από οστρακιά. Στην πραγματικότητα δεν μπορούμε να είμαστε απολύτως σίγουροι ποια ήταν η τύχη του παιδιού, καθώς εξίσου πιθανό είναι να δόθηκε για υιοθεσία. Εν πάση περιπτώσει, ενόσω η κόρη του έχει γεννηθεί ο Αϊνστάιν –ο οποίος δε θα την επισκεφτεί ποτέ– απασχολείται επαγγελματικά σε κάποιες περιστασιακές δουλειές και προχωρά την έρευνες του στη Φυσική ζητώντας πάντα τη βοήθεια της γυναίκας του ειδικά σε ό,τι αφορά τα μαθηματικά προβλήματα. Για τη Μιλέβα είναι πια προφανές ότι ο άντρας της δεν ενδιαφέρεται και τόσο για την οικογένειά τους. Παρ' όλα αυτά, μετά από λίγο καιρό παντρεύονται, στη συνέχεια κάνουν δύο παιδιά και προσπαθούν (ειδικά εκείνη) να ζήσουν την μποέμ ζωή που είχαν φανταστεί ως φοιτητές με πυρήνα της την έρευνα και την επιστήμη. στο


Ζητήματα που αφορούν προβλήματα στη σχέση τους με επίκεντρο την επιστημονική τους πορεία ξεκινούν ήδη πριν από τη γέννηση των παιδιών τους. Το 1900 δημοσιεύεται το πρώτο τους άρθρο –άρθρο που δούλευαν από κοινού, όπως προκύπτει και απ' ό,τι συζητούσαν μεταξύ τους στην αλληλογραφία τους ( Άλμπερτ Αϊνστάιν-Μιλέβα Μάριτς: Ερωτικές επιστολές, βιβλίο που κυκλοφορεί επίσης από τις Εκδόσεις Ροπή)– το οποίο όμως φέρει την υπογραφή μονάχα του Αϊνστάιν. Η Benedict στο βιβλίο της δείχνει ότι τα περιστατικά αυτά δεν άρεζαν καθόλου στη Μάριτς, ωστόσο για κάποιο διάστημα τα ανεχόταν. Μέχρι που έφτασε το annus mirabilis, το 1905, το έτος κατά το οποίο δημοσιεύεται το πρώτο άρθρο περί σχετικότητας και που με αρχή αυτό θέτονται ως το 1925 οι εννοιολογικές και θεωρητικές βάσεις πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η φυσική του 20ου αιώνα. Η συγγραφέας του Μιλέβα Μάριτς: στη σκιά του Αϊνστάιν μας λέει η πως η σύλληψη της θεωρίας της σχετικότητας ανήκε στην Μιλέβα Μάριτς, αλλά πιστώθηκε εξολοκλήρου στο Άλμπερτ Αϊνστάιν, ο οποίος έγινε πασίγνωστος εξαιτίας αυτής και μπόρεσε να ανελιχθεί ακαδημαϊκά. Φυσικά, αυτό δεν είναι κάτι που μπορούμε να πούμε με απόλυτη βεβαιότητα. Όμως, βάσει των ερευνών που έχουν γίνει τις τελευταίες δεκαετίες, πληθαίνουν τα στοιχεία τα οποία οδηγούν στο ότι αν μη τι άλλο η Μάριτς είχε πολύ ενεργό ρόλο σε ό,τι αφορά την έρευνα πάνω στη θεωρία της σχετικότητας. Περνώντας, ωστόσο, ο καιρός όλο και λιγότερο μπορούσε να ασχοληθεί με την επιστήμη με τον τρόπο που ήθελε και που της άξιζε, ειδικά μετά το 1914 όταν ο Αϊνστάιν την άφησε με δύο παιδιά.



Διαβάζοντας το βιβλίο πρέπει να έχουμε κατά νου ότι πρόκειται για ένα λογοτεχνικό έργο, για μυθοπλασία, και παρότι οι βασικοί ήρωες είναι δύο ιστορικά πρόσωπα, σαφώς δεν μπορούμε να ξέρουμε με απόλυτη ακρίβεια τι και πώς σκέφτονταν. Το βιβλίο της Marie Benedict αποτελεί, ωστόσο, ένα καλό έναυσμα για να έρθουμε σε επαφή με την ιστορία της Μιλέβα Μάριτς, καθώς επιχειρεί να ρίξει φως στις άγνωστες πλευρές της ζωής της. Μεγάλο μέρος του βιβλίου καταλαμβάνουν η αφήγηση και οι διάλογοι. Η συγγραφέας παρακολουθεί την πρώτη γυναίκα του Αϊνστάιν με τέτοιον τρόπο έτσι ώστε να δείξει τις αρχικές τις επιδιώξεις και προσδοκίες αλλά και την τροπή που πήρε η ζωή της στην πορεία. Κατά την ανάγνωση γίνεται φανερή η επιθυμία της Benedict να δείξει ότι η Μάριτς ήταν πολλά περισσότερα απ' όσα διαμόρφωναν το προφίλ της μέχρι προσφάτως. Η Marie Benedict αποτίει έναν φόρο τιμής στην γυναίκα επιστήμονα Μιλέβα Μάριτς.