1. Mind the art
  2. Θέατρο

Πώς η κρίση "γέννησε" το σύγχρονο ελληνικό θέατρο

γράφει η Ιωάννα Λιούτσια

Η ελληνική κρίση δε χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Ήδη από την προηγούμενη φορά που βρισκόμουν στην Bologna το 2012 όταν ο κόσμος μάθαινε πως είμαι Ελληνίδα με κοιτούσε συμπονετικά και με ρωτούσε πώς έχουν τα πράγματα στη χώρα μου. Την απάντηση που έδινα τότε θα προσπαθήσω να αναπτύξω σήμερα εδώ, επικεντρωμένη όμως μόνο στην αλληλεπίδραση κρίσης και θεάτρου. Για να γίνει, όμως, αυτό θα ήταν χρήσιμο να πάμε μερικά χρόνια πίσω στην ιστορία της Ελλάδας.


Κομβική χρονιά για την ιστορία της Ελλάδας υπήρξε το 1974 όπου μετά από 7ετή δικτατορία επανήλθε η δημοκρατία στη χώρα. Τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια υπήρξε μια πολιτική και ιδεολογική άνθηση, ταυτόχρονα με μια πολιτική μετριοπάθεια. Στη συνέχεια ακολούθησε αυτό που στην Ελλάδα αποκαλούμε "χρυσή εποχή". Αναφέρομαι στα χρόνια από το 1980 ως και το 2005 περίπου. Τι συνέβη στα χρόνια αυτά; Καθώς δεν είναι χρήσιμο για την παρούσα τοποθέτηση, δεν θα σταθώ στις σημαντικές κοινωνικές καινοτομίες που επήλθαν τα χρόνια εκείνα αλλά θα σταθώ στην – όπως την αποκαλούμε στην Ελλάδα – φούσκα των χρόνων εκείνων. Η Ελλάδα μπήκε στην ΕΟΚ και αργότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γνωρίζοντας όλοι πια πως παρουσίασε ψευδή οικονομικά στοιχεία. Η οικονομία της χώρας άνθιζε με εξαγωγές, με επιδοτήσεις, με το χρηματιστήριο που κατέρρευσε το 1999 φέρνοντας στην επιφάνεια και κάποιο σχετικό σκάνδαλο, άνοιξαν πολλές θέσεις στον δημόσιο τομέα, οι πολιτικοί αλλά και όχι μόνο διασκέδαζαν και χόρευαν στα μπουζούκια κι αυτό αποτελούσε είδηση στα κανάλια και κάπου εκεί μας ανατέθηκε και η διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα που καταχρέωσε την Ελλάδα αναγκάζοντάς την να κατασκευάσει γήπεδα για αθλήματα που ούτε γνωρίζαμε στη χώρα μας και ολυμπιακά χωριά κι άλλες δομές που μένουν πλέον ανεκμετάλλευτες. Ζήσαμε, λοιπόν, τις δόξες των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, ακόμη και της κατάκτησης του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Ποδοσφαίρου και κάπου εκεί άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα σύννεφα. Άρχισαν να βγαίνουν πρωθυπουργοί της χώρας καθησυχάζοντάς μας με φράσεις που πια έχουν γίνει ειρωνικά σλόγκαν στο στόμα του κόσμου. Αργά και σταθερά από το 2008 και μετά αρχίσαμε να βιώνουμε ως χώρα την οικονομική κρίση με μειώσεις μισθών και συντάξεων, απολύσεις, κλείσιμο επιχειρήσεων, μνημόνια και capital controls. Αυτά λίγο πολύ τα γνωρίζετε.



Ο πρώτος ίσως που χτύπησε το καμπανάκι του κινδύνου και μάλιστα νωρίς ήταν ο διεθνούς φήμης σκηνοθέτης-χορογράφος Δημήτρης Παπαϊωάννου με την παράσταση "2" , το 2006 όπου παρουσίασε ένα πολυσυλλεκτικό θέαμα με όλα εκείνα τα στοιχεία που συνέθεταν το ελληνικό τοπίο κατά την "χρυσή εποχή". Το αρχαίο παρελθόν συμπλέκεται με τον καταναλωτισμό, τη σεξουαλικότητα, τη λαϊκή κουλτούρα και τον αμήχανο μέσα σε όλα αυτά άνθρωπο.



Έχοντας μπει πια στον πυρήνα του θέματός μας ας δούμε τώρα από πιο κοντά πώς η κρίση των χρόνων 2008-2018 επηρέασε και συνεχίζει να επηρεάζει το ελληνικό θέατρο. Ας αρχίσουμε από τη δραματουργία και το ρεπερτόριο των θεάτρων. Τα τελευταία χρόνια παρουσιάζεται όχι απλώς μια στροφή στα ολιγομελή σχήματα αλλά δη, μια στροφή στις μονολογικές παραστάσεις οι οποίες συμφέρουν από οικονομική άποψη καθώς πέρα από τους μισθούς (όταν κι αυτοί υπάρχουν), τα ένσημα που πρέπει να κολληθούν στο ασφαλιστικό ταμείο είναι λιγότερα κι επομένως υπάρχουν περισσότερες πιθανότητες να βγει η παραγωγή μιας παράστασης. Μεγάλοι ηθοποιοί, ηθοποιοί χρόνων, τα τελευταία χρόνια στράφηκαν στους μονολόγους. Από την άλλη πλευρά, έχουμε επίσης και ιδιαίτερη άνθηση στις διασκευές λογοτεχνικών κειμένων, κλασικών έργων αλλά και ταινιών. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, συμβαίνει για δύο λόγους. Αφενός γιατί πρόκειται για έργα δοκιμασμένα, που το κοινό είτε τα γνωρίζει είτε έστω του φαίνονται οικεία και μόνο ως τίτλοι οπότε τα θεωρεί μια σίγουρη επιλογή, ότι δεν θα χάσει τα λεφτά που ξόδεψε για θέατρο. Αφετέρου, αυτό συμβαίνει και για την αποφυγή καταβολής δικαιωμάτων, ειδικότερα από μικρότερους θιάσους που δυσκολεύονται να επιβιώσουν και καταφεύγουν είτε σε έργα που είναι πια ελεύθερα δικαιωμάτων είτε κάνουν σοβαρές μετατροπές σε αυτά ώστε να μην αναγνωρίζονται πλέον. Να είναι άλλα κείμενα. Τη φετινή σεζόν, για παράδειγμα, στο ΚΘΒΕ παρουσιάστηκε το μυθιστόρημα του Νίκου Μπακόλα Η μεγάλη πλατεία, ενώ και το Εθνικό θέατρο συνεχίζει από πέρσι την παράσταση Ξύπνα Βασίλη! που αποτελεί διασκευή γνωστής ελληνικής ταινίας της δεκαετίας του 1960. Κι αυτά να σημειωθεί είναι επιλογές των κρατικών θεάτρων, που έχουν ίσως και την οικονομική δυνατότητα να προτείνουν κάτι πιο νέο.



Τι κάνουν οι μικρότεροι, ελεύθεροι θίασοι; Οι πιο εμπορικοί ή mainstream που έχουν παραγωγή να στηρίζει το ανέβασμα των έργων, παρουσιάζουν κυρίως musical, βιογραφίες γνωστών ανθρώπων (κλείνοντας το μάτι και στην ποπ τηλεοπτική & σοσιαλμιντική ηδονοβλεψία της εποχής μας) και διασκευές ταινιών. Τα πιο μικρά σχήματα ακολουθούν άλλους δρόμους. Έχουμε την πολύ συχνή πλέον περίπτωση της αυτοσκηνοθεσίας των ηθοποιών που κάποτε καταλήγει στο devised theatre, μ' αυτήν την κάπως ανάποδη σειρά, έχουμε έργα γραμμένα από τους ίδιους που αφορούν κυρίως τη μοναξιά των πόλεων, την κατάθλιψη, τα αδιέξοδα της σύγχρονης εποχής, αλλά έχουμε και αναγνωρισμένους σκηνοθέτες που δουλεύουν πιο πειραματικά με έργα που άλλοτε εξαίρουν το ένδοξο παρελθόν των Ελλήνων και άλλοτε ασκούν έντονη κριτική στην εθελοτυφλία και στο βόλεμά τους. Ας δούμε για την πρώτη περίπτωση την παράσταση Ύψωμα 731 σε σκηνοθεσία Άρη Μπινιάρη, με θέμα μια μάχη που δόθηκε εναντίον των Ιταλών στο Β' παγκόσμιο πόλεμο και χειρισμό που με κάποιον τρόπο ανεβάζει το ηθικό των Ελλήνων.



Στη δεύτερη κατηγορία έχουμε τις παραστάσεις του Σίμου Κακάλα που είναι ίσως ό, τι πιο κοντινό μπορεί να υπάρχει τα τελευταία χρόνια στη χώρα που να χαρακτηρίζεται πολιτικό θέατρο – αν και ο ίδιος ποτέ δεν αποκάλεσε έτσι τη δουλειά του. Εκείνο που είπε όμως σ' ένα από τα trailer της παράστασης Greek Freak είναι πως "από τη στιγμή που οι πολιτικοί κάνουν κωμωδία πολύ πιο αποτελεσματικά από τους επαγγελματίες του είδους, καλούμαστε να επαναπροσδιορίσουμε τη σχέση μας τόσο με το γέλιο όσο και με το κοινό". Αργότερα στο ίδιο τρέιλερ συνεχίζει λέγοντας: "μια ολόκληρη κοινωνία, εν προκειμένω η ελληνική, αρνείται πεισματικά να συμφιλιωθεί με το παρόν και τον αληθινό της εαυτό, φτιάχνοντας ένα οχυρό γύρω της και μένοντας προσκολλημένη στο ένδοξο παρελθόν της". Μέσα από την παράσταση αυτή, που παρουσιάστηκε και στο Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου δεν αφήνει ασχολίαστο τίποτα, ανθρώπους, θεσμούς, την κατασπατάληση του δημοσίου χρήματος, τη νοσταλγία για ένα απώτερο παρελθόν.


από την παράσταση Greek Freak, σκην. Σ. Κακάλα, Θέατρο Χώρος



Επικεντρωμένα στην παθογένεια της ελληνικής μικροαστικής κοινωνίας είναι και τα περισσότερα έργα των Λένας Κιτσοπούλου και Γιάννη Οικονομίδη τα οποία βρίθουν από βρισιές και "δυστυχία", αν μου επιτρέπεται η φράση, αλλά και έργα λιγότερο γνωστών συγγραφέων όπως της Άρτεμης Μουστακλίδου ή του Κώστα Βοσταντζόγλου.


Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφέρω επίσης τη χρήση πολλών στοιχείων από την τέχνη της περφόρμανς, της διάλεξης και του θεάτρου ντοκουμέντου στις παραστάσεις και να δούμε και δύο τέτοια παραδείγματα. Το ένα από αυτά είναι η παράσταση "Ορυχείο Ίψεν: Ένας εχθρός του λαού συναντά τον λαό" των Χάρη Πεχλιβανίδη και Κορίνας Βασιλειάδη, οι οποίοι απέσπασαν μάλιστα και την Υποτροφία Ίψεν για την ιδέα αυτή το 2013. Αυτό που έκαναν στην ουσία ήταν να μεταφέρουν το δίλημμα που τίθεται στο ιψενικό έργο για τα λουτρά της πόλης, στο δίλημμα που ταλανίζει τη βόρεια Ελλάδα σχετικά με την εξόρυξη του χρυσού στις Σκουριές Χαλκιδικής. Στις παραστάσεις που πραγματοποιήθηκαν στο Δημαρχείο της Θεσσαλονίκης, η παράσταση σταμάτησε, τα φώτα άναψαν και οι θεατές έπρεπε να επιχειρηματολογήσουν και να αποφασίσουν εκείνοι για το τι θα συμβεί με το ζήτημα της Χαλκιδικής. Θέλουμε δουλειές την ώρα που μαστίζει η ανεργία ή θέλουμε ανέπαφο το φυσικό μας περιβάλλον και την υγεία μας; Πρέπει να ομολογήσω πως οι εντάσεις δεν έλειψαν.



Στο θέατρο ντοκουμέντο τώρα, ο Πρόδρομος Τσινικόρης και ο Ανέστης Αζάς με την παράσταση "Tilemachos: should I stay or should I go", διερωτώνται όντας άνεργοι στην Ελλάδα αν πρέπει να μεταναστεύσουν στο εξωτερικό. Σ' ένα από τα τρέιλερ της παράστασης, ο Τσινικόρης ρωτά Έλληνες και Γερμανούς τι θα πρέπει να κάνει κατά τη γνώμη τους. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι οι ηλικιωμένοι κύριοι θεωρούν τη μετανάστευση λιποταξία, ενώ οι συνομήλικοι του σκηνοθέτη απαντούν "Τι έχει κάνει αυτή η χώρα για μας; Τίποτα". Η παράσταση παρουσιάστηκε το 2013.



Και στο θέατρο για παιδιά και νέους θεατές όμως, ο Βασίλης Κουκαλάνι με την ομάδα του τη Συντεχνία του Γέλιου, έφεραν στο προσκήνιο το θέμα της μετανάστευσης και του ρατσισμού. Σε χρόνια που η Ελλάδα δεχόταν πολλούς πρόσφυγες και μετανάστες από τη Συρία, το Πακιστάν, το Μπαγκλαντές κ.α., η μισαλλοδοξία έκανε αισθητή την εμφάνισή της υπό το ένδυμα του φόβου. Οι Έλληνες, εν μέσω οικονομικής κρίσης και αβεβαιότητας, φοβόνταν πως οι "ξένοι" θα τους πάρουν τις δουλειές, τα σπίτια, τα υπάρχοντα. Με το έργο του Volker Ludwig, Μια γιορτή στου Νουριάν, ο Βασίλης Κουκαλάνι κατάφερε να παρουσιάσει με μια διαλεκτική ματιά ένα φλέγον και απίστευτα επίκαιρο κοινωνικό ζήτημα παίρνοντας παράλληλα μια σαφή θέση. Το έργο έπαιξε για πάνω από τρία χρόνια στην Αθήνα, αργότερα στην Κύπρο και αυτή τη στιγμή ανεβαίνει στη Θεσσαλονίκη στη σκηνή του ΚΘΒΕ.


Λίγο πριν φτάσω στο τέλος, θα ήθελα να αναφερθώ λίγο και στα πρακτικά του θεάτρου. Το θέατρο στην Ελλάδα ποτέ δεν πληρωνόταν καλά, αλλά η κρίση επιδείνωσε τα πράγματα. Από τη μία, πολλοί θεατρικοί χώροι αναγκάστηκαν να κλείσουν, ενώ έκαναν και κάνουν καθημερινά την εμφάνισή τους ολοένα και περισσότεροι μη θεατρικοί χώροι όπου παρουσιάζονται παραστάσεις: μπαρ, υπόγεια, καφέ και ό,τι άλλο μπορεί να βάλει ο νους. Τα πρώτα χρόνια της κρίσης ήταν σύνηθες πολλοί μικροί επαγγελματικοί θίασοι αντί για εισιτήριο να έχουν κουτί ελεύθερης συνεισφοράς, τακτική που συνεχίζεται αλλά έχει μειωθεί αισθητά γιατί έχουν γίνει περισσότερο αυστηροί οι έλεγχοι του κράτους. Οι ηθοποιοί πληρώνονται κατά κύριο λόγο με ποσοστά επί των εισπράξεων τα οποία μοιράζονται μάλιστα με τους υπόλοιπους συντελεστές της παράστασης και συνήθως είναι οι ίδιοι και οι παραγωγοί της παράστασης. Ακόμη και στις μεγάλες παραγωγές που έχουν πολυπληθές καστ είναι σύνηθες οι μικροί ρόλοι, οι χορευτές ή οι κομπάρσοι να μην πληρώνονται καν ή να πληρώνονται ένα μεροκάματο αντί για πέντε. Ο χώρος του θεάτρου από πολλούς αντιμετωπίζεται ως hobby και δεν είναι σπάνιες πια οι περιπτώσεις που αγγελίες για κάστινγκ ζητούν "ηθοποιούς, όχι απαραίτητα επαγγελματίες". Φυσικά, αφού οι επαγγελματίες θα έχουν την "παράλογη" απαίτηση να πληρωθούν για τη δουλειά τους. Να προσθέσω επίσης πως μειώθηκε αισθητά και ο αριθμός των παρουσιάσεων που κάνει μια παράσταση, η σεζόν περιορίστηκε αισθητά. Παρ' όλα αυτά, η κρίση έφερε το θέατρο στην επαρχία γιατί όλο και περισσότεροι θίασοι ταξιδεύουν σε πόλεις και χωριά παρουσιάζοντας τα έργα τους, γεγονός που παρουσιάζει εξαιρετική άνθηση στις παραστάσεις για παιδιά και νέους που ταξιδεύουν και πια παρουσιάζονται εντός των σχολικών τάξεων καθώς έτσι μειώνεται το αντίτιμο που έχουν να πληρώσουν οι μαθητές, δηλαδή οι γονείς τους.



Τελειώνοντας, ελπίζω, παρά τη σύντομη και ενδεικτική αυτή χαρτογράφηση, να αποκτήσατε μία ιδέα σχετικά με την αλληλεπίδραση της ελληνικής κρίσης και του ελληνικού θεάτρου μέχρι τις μέρες μας. Το θέατρο είναι πάντα εικόνα του καιρού του. Το ένα γεννιέται και γεννάει το άλλο.



(σημ. το παρόν άρθρο αποτελεί διασκευή της τοποθέτησής μου στο ΙΙΙ European association for the Study of theatre&performing arts Conference, εξ' ου και η αρκετά προφορική και χαρτογραφική του διάθεση. Ο πρωτότυπος τίτλος της τοποθέτησης είναι Contemporary Greek Theatre: how crisis spawned a drama.)