1. Mind the art
  2. Θέατρο

Σαμανιστικές προσεγγίσεις κεκλεισμένων των θυρών

γράφει η Ιωάννα Λιούτσια

Ο μυστικισμός των σαμάνων ενέπνευσε τον Jim Morrison στα αριστουργήματά του, στη σκηνική του παρουσία και στην προσωπική του μυθολογία. Η ομάδα PER THEATER FORMANCE με όχημα επιλεγμένους στίχους του Morrison, καταδύεται στον ιερό κόσμο του σαμανισμού και επιχειρεί να μας μυήσει σε αυτόν σε μία εποχή που χρειαζόμαστε όσο ποτέ ανάταση ψυχής.


Έτσι παρουσιάζει το δελτίο τύπου την παράσταση Mojo Risin' , που παρουσιάστηκε στον υπόγειο χώρο του Bios, σε σκηνοθεσία και δραματουργία του Δημήτρη Τσιάμη. Επειδή ακριβώς με παραξένεψε το εγχείρημα αυτό, αποφάσισα να το παρακολουθήσω με την προσδοκία ότι θα δω κάτι διαφορετικό.


Δυστυχώς, οι προσδοκίες μου δεν ικανοποιήθηκαν. Όχι γιατί δεν είδα κάτι διαφορετικό απ' ό, τι παρουσιάζεται συνήθως στις mainstream θεατρικές σκηνές, όσο επειδή δεν αρκεί να είναι κάτι απλώς διαφορετικό για να είναι και ενδιαφέρον ή καλό, ή να θεωρηθεί πρωτοποριακό και πειραματικό. Η παρούσα παράσταση μόνο κατά έναν τρόπο θα μπορούσε να θεωρηθεί πειραματική: ως δημόσια παρουσίαση αποτελεσμάτων εργαστηρίων και δοκιμών μεταξύ καλλιτεχνών. Παρουσίαση της έρευνας που κάνουν πάνω στη σχέση του σαμανισμού με τις παραστατικές τέχνες, όπως ισχυρίζεται και η ίδια η περιγραφή της παράστασης.




Ως τέτοια, λοιπόν, δημόσια παρουσίαση της έρευνάς τους θεωρώ πως αμέλησαν να λάβουν υπόψη τους κάτι πολύ σημαντικό: το κοινό. Το θέατρο συνήθως ζητά έναν θεατή που παρακολουθεί ενεργά, οι σύγχρονες παραστατικές τέχνες αναζητούν έναν συμμετοχικό θεατή και ο σαμανισμός απαιτεί την εμπειρία του κοινού. Εδώ τα δύο τελευταία απουσίαζαν πλήρως, ενώ το πρώτο ήταν μάλλον άσχετο με την πρόθεση της ομάδας. Η σκηνοθεσία του Δημήτρη Τσάμη δημιούργησε ένα κλειστό σύστημα όπου, για να το πω απλά, οι μόνοι που μετείχαν στις σαμανιστικές τελετές, τραγουδούσαν, χόρευαν κλπ ήταν μόνο οι ηθοποιοί δημιουργώντας ακριβώς λόγω των αναφορών σε σαμανιστικές τελετές κλπ μία αίσθηση ομφαλοσκοπισμού.


Μα και αυτό ακόμη δεν κατάφερε να φτάσει ποτέ σε κάποια πραγματική κορύφωση – αν και πρέπει να ομολογήσω πως κάποια στιγμή προς το τέλος έφτασε κοντά – καθώς, ακόμη κι αυτές οι αναφορές εκτελούνταν επί το πλείστον μηχανικά. Οι ηθοποιοί έμοιαζαν να σχηματίζουν τη φόρμα της ανάμνησης της εμπειρίας, και όχι να δημιουργούν την εμπειρία καθ' αυτή. Αυτή η αναδημιουργία της ανάμνησης είναι προβληματική, μάλλον, και για το σύνολο των παραστατικών τεχνών, γιατί οδηγεί στην απουσία αυτού του πολυποίκιλου μηχανισμού που συνδυάζει νοητικοψυχοσυναισθηματικινητικές διεργασίες και τίθεται σε ισχύ κατά την παράσταση. Με άλλα λόγια, απουσιάζει το «ζωντανό» από το «ζωντανό θέαμα», αυτό που διαφοροποιεί, δηλαδή, το θέατρο από άλλα είδη τέχνης.


Στο κλειστό αυτό κύκλωμα συνετέλεσε, επιπλέον, και το βλέμμα των ηθοποιών το οποίο ποτέ δεν «ακούμπησε» στους θεατές και πολλές φορές καμωνόταν την τρέλα κι όχι την ανάγκη επικοινωνίας αυτού του μεταφυσικού με τους θεατές. Αυτό φυσικά, συνδυάζεται και με την χαλαρή δραματουργική δομή, αλλά και τα επιλεγμένα κείμενα που έκαναν τον Jim Morrison να φαίνεται και – μάλλον ήταν κιόλας αν κρίνω από αυτά τα γραπτά – ένας ποπ παραινετικός φιλόσοφος στις παρυφές του Μπουσκάλια και του Κοέλιο για το πώς πρέπει να ζήσουμε τη ζωή και τον θάνατό μας.




Αν κάτι προσμετράται στα πολύ θετικά σημεία της παράστασης, αυτό είναι τα κοστούμια που δημιούργησε η Νίκη Ψυχογιού. Ιδιαιτέρως δε, η σκέψη κι η εκτέλεση της κεφαλής του πουλιού(;), η οποία χαρακτηρίζεται τόσο από πρωτοτυπία στον σχεδιασμό, όσο δημιουργεί επίσης και κινησιολογικές δυνατότητες ικανές δυνάμει να αφηγηθούν.


Εν τέλει, το σύνολο των ηθοποιών (Πένυ Ελευθεριάδου, Φαίδρα Σούτου, Γιώργος Σταυριανός, Δημήτρης Τσιάμης) πραγματικά υποστήριξαν με όλο τους το είναι κι όλη τους την ενέργεια και τη ζωτικότητα αυτήν την παράσταση, αναρωτιέμαι, όμως, ποια ανάγκη τους οδήγησε στο ανέβασμα του Mojo Risin' , τι λαχταρούσαν να μας πούνε και γιατί ποτέ δεν το ακούσαμε.