1. Θέματα

Σάν σήμερα τό 1908: Χέρμπρτ φόν Κάραγιαν

Τοῦ Τάσου Γέροντα


Σάν σήμερα τό 1908 γεννήθηκε ὁ Χέρμπερτ φόν Κάραγιαν, Αὐστριακός διευθυντής ὀρχήστρας, μέ ἑλληνικές ρίζες. Γιά πολλούς εἶναι ὁ κορυφαῖος μαέστρος τοῦ 20ου αἰώνα καί ὁ ἄνθρωπος μέ τή μεγαλύτερη ἐπιρροή στόν χῶρο τῆς κλασικῆς μουσικῆς.


Ὁ Χέρμπερτ φόν Κάραγιαν γεννήθηκε ὡς Χέρμπερτ Ρίτερ φόν Κάραγιαν στό Σάλτζμπουργκ στίς 5 Ἀπριλίου 1908. Ὁ πατέρας του Ἔρνστ Κάραγιαν ἀνῆκε στήν ἀνωτέρα ἀστική τάξη καί καταγόταν ἀπό τήν Κοζάνη, ἐνῶ ἡ μητέρα του, Μάρτα, ἦταν Σερβικῆς καταγωγῆς. Ὁ προ-προ-προπάππος του Γεώργιος Ἰωάννης Καραγιάννης ἐγκατέλειψε τήν τουρκοκρατούμενη Κοζάνη τό 1767 γιά τόν ἐλεύθερο καί κοσμοπολίτικο ἀέρα τῆς Βιέννης καί τελικά ἐγκαταστάθηκε στό Τσέμνιτζ τῆς Σαξωνίας. Ἐκεί, αὐτός καί ὁ ἀδελφός του συμμετεῖχαν στήν ἵδρυση τῆς βιομηχανίας ρούχων τῆς Σαξονίας. Γιά τίς προσφορές τους ἀνακηρύχθηκαν σέ εὐγενεῖς ἀπό τόν Φρειδερῖκο Αὔγουστο τόν 3ο στίς 1 Ἰουνίου 1792. Ἐξ' οὗ καί τό ἀριστοκρατικό προσωνύμιο «φόν» τοῦ ὀνόματός του, ἐνῶ τό Καραγιάννης ἔγινε Κάραγιαν. Ὁ Κάραγιαν ποτέ δέν ἀρνήθηκε τίς ἑλληνικές του ρίζες καί ὅταν συναντοῦσε Ἕλληνες θαυμαστές ἤ συνεργάτες, τούς ζητοῦσε νά τοῦ μιλοῦν στήν πατρική του γλῶσσα.


Παιδί - θαῦμα στό πιάνο, ὁ Χέρμπερτ φόν Κάραγιαν ἔδωσε τήν πρώτη του συναυλία σέ ἡλικία πέντε ἐτῶν. Ἀπό τό 1916 ἕως τό 1926 σπούδασε στό Μοτσαρτέουμ τοῦ Σάλτσμπουργκ. Στά 20 του χρόνια εἶδε τόν Ἀρτοῦρο Τοσκανίνι νά διευθύνει καί κατάλαβε ἤδη τί ἤθελε νά κάνει γιά τά ἑπόμενα χρόνια τῆς ζωῆς του. Πρωτοεμφανίσθηκε ὡς μαέστρος τό 1927 στό Οὔλμ καί παρέμεινε στήν ὀρχήστρα αὐτῆς τῆς γερμανικῆς πόλης ἕως τό 1934. Τήν ἴδια χρονιά διηύθυνε γιά πρώτη φορά τή Φιλαρμονική τῆς Βιέννης, μέ τήν ὁποία διατήρησε μιά πολύχρονη συνεργασία, παράλληλα μέ τήν κύρια ἀπασχόλησή του στήν Ὄπερα τοῦ Ἄαχεν.

Ἐν τῷ μεταξύ ὁ ἐθνικός ἰδεαλισμός πού ἐκπροσωποῦσαν ὁ ἐθνικοσοσιαλισμός καί ὁ φασισμός γοήτευε τά μεγαλύτερα μυαλά τῆς Εὐρώπης. Ὁ Χέρμπερτ φόν Κάραγιαν ἔγινε μέλος τοῦ Ἐθνικοσοσιαλιστικοῦ Κόμματος τό 1933, ἕξι χρόνια πρίν τό Ἄνσλους. Ὑπ' ὄψιν ὅτι τότε τό Ἐθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα στήν Αὐστρία δέν ἦταν στήν ἐξουσία γιά νά χρειασθεῖ νά γίνει μέλος. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Κάραγιαν ἐμπνεόταν ἀπό τίς ἀρχές τοῦ ἐθνικοσοσιαλισμοῦ. Μάλιστα ὅταν τήν ἑπόμενη χρονιά τό ΕΣ κόμμα ἔγινε παράνομο στήν Αὐστρία, ὁ Κάραγιαν κατέφυγε στή Γερμανία. Ἐκεῖ βρῆκε καταφύγιο στό Ἄαχεν. Μία παράσταση τοῦ «Τριστάνου καί τῆς Ἰζόλδης» στήν Ὄπερα τοῦ Βερολίνου ὑπῆρξε ἀφορμή νά τόν «ἀνακαλύψει» ὁ Χένριχ Γκαίρινγκ, ὁ δεύτερος στήν ἱεραρχία τοῦ Τρίτου Ράιχ. Ἦταν ὁ Γκαίρινγκ ποὐ τόν προώθησε, ἀλλάζοντας γιά πάντα τήν καριέρα του. Μάλιστα ὁ Γκαίρινγκ προωθοῦσε τόν Κάραγιαν, σέ ἀντιπαράθεση μέ τόν Γκαῖμπελς πού προωθοῦσε τόν Βίλχελμ Φυρτβένγκλερ. Τήν ἴδια χρονιά ἔγινε μέλος τοῦ «Ἐθνικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος Γερμανῶν Ἐργατῶν», κάτι πού σέ αὐτό πολλοί εἶδαν ἀργότερα μία κίνηση καριέρας.


Τό 1942 πῆρε γιά δεύτερη γυναῖκα του τήν κατά 1/4 Ἑβραία Ἀνίτα Γκίτερμαν. Αὐτή ἦταν ἡ κατάλληλη εὐκαιρία γιά τόν κύκλο τοῦ Γκαῖμπελς νά τόν πολεμήσει ἀσταμάτητα καί νά ἐπιβάλει τόν Φυρτβένγκλερ γιά ἀγαπημένο μαέστρο τοῦ Τρίτου Ράιχ (ἦταν ἐξάλλου καί ὁ ἀγαπημένος τοῦ Χίτλερ). Ὅμως ὁ Γκαίρινγκ τόν στήριξε μέχρι τέλους. Τό 1944 ἀκολούθησε στήν Ἰταλία τά γερμανικά στρατεύματα. Τέτοιες πράξεις δέν τίς κάνει κάποιος πού δέν ἐμπνέεται ἀπό τήν ἐθνικιστική ἰδεολογία. Αὐτήν τήν ἰδεολογία ὁ Χέρμπερτ φόν Κάραγιαν οὐδέποτε ἀρνήθηκε, οὔτε ἔκανε δηλώσεις μετανοίας, ἀκόμα καί κατά τή διάρκεια τῆς σκληρότερης ἀποναζιστικοποίησης. Πρᾶγμα πού ὁδήγησε πολλούς καλλιτέχνες ἑβραϊκῆς καταγωγῆς, ὅπως ὁ Ἀρθοῦρος Ρουμπινστάιν, νά ἀρνηθοῦν νά παίξουν κάτω ἀπό τήν μπαγκέτα του.



Μετά τή λήξη τοῦ Β' Παγκοσμίου Πολέμου ὁ Κάραγιαν ἔδωσε τήν πρώτη του συναυλία τό 1946 στή Βιέννη μέ τή Φιλαρμονική τῆς πόλης, ἀλλά σύντομα οἱ σοβιετικές ἀρχές κατοχῆς τοῦ ἀπαγόρευσαν νά διευθύνει λόγῳ τοῦ ναζιστικοῦ του παρελθόντος. Οἱ εἰς βάρος του ἀνακρίσεις δέν ἔδειξαν τίποτα τό μεμπτό καί ὁ Κάραγιαν ἀποδόθηκε λευκός στήν κοινωνία. Τό 1951 καί τό 1952 ἐπανεμφανίστηκε στό Μπαιρόιτ, ἐνῶ τό 1955 διορίστηκε ἰσόβιος μουσικός διευθυντής στή Φιλαρμονική Ὀρχήστρα τοῦ Βερολίνου.


Ἀπό τό 1957 ἀνέλαβε καί τήν καλλιτεχνική διεύθυνση τῆς Κρατικῆς Ὄπερας τῆς Βιέννης, παράλληλα μέ τίς ἐμφανίσεις του μέ τή Φιλαρμονική Ὀρχήστρα τῆς Βιέννης. Τό 1967 ἵδρυσε τό Πασχαλινό Φεστιβάλ τοῦ Σάλτζμπουργκ, πού ἀποτέλεσε πόλο ἕλξης γιά τήν ἀριστοκρατία τοῦ χρήματος. Ἄλλωστε καί ὁ ἴδιος ἦταν ἕνας μαέστρος - στάρ, πού ἦταν ἐπίλεκτο μέλος τῆς εὐρωπαϊκῆς ὑψηλῆς κοινωνίας. Μέχρι τόν θάνατό του συνέχισε νά διευθύνει καί νά ἠχογραφεῖ ἀκατάπαυστα.

Ὁ Χέρμπερτ φόν Κάραγιαν θεωρεῖται ὁ κορυφαῖος μαέστρος τοῦ 20ου αἰώνα. Οἱ μουσικές του ἑρμηνεῖες χαρακτηρίζονταν γιά τήν ἀκρίβεια τους, ἐνῶ ὁ γιά ὅλες τίς χρήσεις ἦχος του, στιλπνός, ραφιναρισμένος καί ὑπολογισμένα αἰσθησιακός, μποροῦσε νά ταιριάξει μέ κάποιες ὑφολογικές διαφοροποιήσεις ἀπό τόν Μπάχ ὡς τόν Στραβίνσκι. Πολλοί μίλησαν γιά τόν «ἦχο Κάραγιαν» καί μεγάλη μερίδα κριτικῶν τόν ἐπέκρινε γι' αὐτό. Ἠχογράφησε ἔργα ὅλων τῶν μεγάλων κλασικῶν καί ρομαντικῶν συνθετῶν καί ἀνέδειξε τό ἔργο συνθετῶν πού ἔδρασαν τό πρῶτο μισό τοῦ 20ου αἰώνα.


Ὁ Κάραγιαν θεωρεῖται ἀπό τούς πρωτοπόρους τῶν ἠχογραφήσεων καί πάντοτε ἔδινε μεγάλη σημασία σέ κάθε καινοτομία. Εἶχε καθοριστική συμβολή στήν ἐξέλιξη καί τήν ἐπικράτηση τοῦ CD μέ τό ἀναμφισβήτητο κύρος πού διέθετε στούς μουσικούς κύκλους τή δεκαετία τοῦ '80. Στήν πολύχρονη καριέρα του πούλησε κοντά στά 200 ἑκατομμύρια δίσκους.


Ὁ Χέρμπερτ φόν Κάραγιαν πέθανε στίς 16 Ἰουλίου 1989, ἀλλά οἱ ἦχοι πού ἔβγαλε ἡ μπαγκέτα του θά ἀκούγονται γιά πάντα.